Enimerotiko.gr
Ελλάδα

«Με λένε Μαρία, στα 13 μου έφυγα από το σπίτι γιατί ένιωσα ότι δεν έχω γονείς και αυτή είναι η ιστορία μου»

Αληθινή ιστορία: Πρόκειται για μία πέρα για πέρα αληθινή ιστορία, η οποία έχει να κάνει με τη Μαρία. Η ίδια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών. Αναλυτικότερα, η ιστορία της:

Αληθινή ιστορία: Πώς ξεκινά

“Δεν μπορώ να διευκρινίσω πότε ξεκίνησαν όλα. Πάντως επί 20 συνεχόμενα χρόνια ζούσαμε μία διαρκή αναστάτωση. Το σπίτι μας είχε μεταμορφωθεί σε στρατόπεδο και έπρεπε διαρκώς να προσέχουμε, μην κάνουμε φασαρία, μην ξυπνήσουμε τον μπαμπά, μην τον ενοχλήσουμε με κάποιον τρόπο. Εγώ, να σκεφτείτε, διάβαζα με το φως της τηλεόρασης τα βράδια, για να μην ανάψω φως και ενοχληθεί…” μου λέει η Μαρία, αφηγούμενη την προσωπική της ιστορία, ως παιδί που νωρίς στην εφηβεία της αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία.

Σήμερα είναι 25 ετών. Και από τότε έχουν αλλάξει πάρα πολλά. Όταν ακούς “παιδί που φεύγει από το σπίτι” στο μυαλό σου έρχονται εικόνες παραμελημένων εφήβων, από φτωχά σπίτια, με παραβατικούς γονείς, στα οποία υφίστανται κακοποίηση. Κάποια στιγμή τα παιδιά αυτά μπλέκουν (με κακές παρέες, με ναρκωτικά) και γυρίζουν την πλάτη στο παρελθόν. Σίγουρα υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις, όμως πολύ συχνά το σκηνικό είναι εντελώς διαφορετικό, όπως στην περίπτωση της Μαρίας, η οποία φαινομενικά μεγάλωνε σε μία συνηθισμένη αστική οικογένεια.

Κανείς, ούτε οι δάσκαλοί της, ούτε καν οι φίλοι της, δεν γνώριζαν, ότι στο σπίτι της επικρατούσαν συνθήκες πολεμικές, με θύματα την ίδια, το αδερφό και τη μητέρα της… Και για την κοινωνία, το πραγματικό πρόβλημα ξεκινά από εκεί. “Ο πατέρας μου, συνειδητοποίησα πολλά χρόνια μετά, ήταν (και είναι) ψυχικά ασθενής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην τέως Σοβιετική Ένωση από Έλληνες γονείς και ξέρω ότι είχε δύσκολα παιδικά χρόνια -π.χ. έτρωγαν από τα συσσίτια- τα οποία σίγουρα του άφησαν κατάλοιπα. Η μητέρα του, η γιαγιά μου, ενδιαφερόταν περισσότερο για τη σχέση της με τον άνδρα της, παρά για τα παιδιά της και όλοι τους, πάνω απ’όλα, ενδιαφέρονταν για το χρήμα…”, μας λέει η Μαρία προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί ο πατέρας της αποτέλεσε τον οικογενειακό τους δυνάστη.

Αληθινή ιστορία: Πώς συνεχίζει

“Στο σπίτι μας υπήρχε συστηματικά λεκτική βία, σωματική βία, ψυχολογική βία… Ο πατέρας μου φρόντιζε πιο πολύ τον εαυτό του, παρά εμάς. Δούλευε για να βγάζει χρήματα για τον εαυτό του -ενώ είχε χρήματα, γιατί όταν ήρθαν με τους γονείς του στην Ελλάδα δούλεψαν σκληρά και έκαναν περιουσία, σπίτια κ.λ.π., τα οποία κληρονόμησε τελικά ο ίδιος. Όμως, δεν διέθετε τίποτα για εμάς. Ακόμα και για να πληρώσει τα Αγγλικά μου έπρεπε να τον θερμοπαρακαλέσω. Άφηνε απλά ένα ποσό στη μάνα μου, στην αρχή του μήνα, το οποίο δεν έφτανε ούτε για τα βασικά”.

Ποιος ήταν ο ρόλος της μαμάς της στην οικογένεια; “Η μαμά μου ερωτεύτηκε πάρα πολύ τον πατέρα μου. Και παρόλο που ο ίδιος είχε δείξει σημάδια νωρίτερα, εκείνη δεν τα καταλάβαινε. Στην οικογένεια λειτουργούσε πάντα πυροσβεστικά. Είχαν, όμως, και πολλές διαμάχες μεταξύ τους. Εκείνη ήθελε να δουλέψει, εκείνος δεν την άφηνε… Αν δεν είχε βρει, όμως, τη δουλειά που βρήκε, δεν θα έπαιρνε ποτέ την απόφαση να τον χωρίσει… Αυτό, βέβαια, άργησε πολύ να γίνει…”.

“Νομίζω ήμουν στην Α’ Γυμνασίου όταν αποφάσισα να φύγω από το σπίτι. Αφορμή περιέργως δεν ήταν ο μπαμπάς, αλλά η μαμά μου… Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι που νιώθεις ότι δεν έχεις μπαμπά, ποντάρεις στον άλλον γονέα, ότι θα σου σταθεί στα δύσκολα. Σε μία κόντρα μου με τη μαμά μου, όμως, εγώ ένιωσα ότι δεν έχω γονείς. Και έτσι αποφάσισα να φύγω. Έφυγα, λοιπόν, εντελώς απροετοίμαστη. Κρύφτηκα στην περιοχή που μένουμε, σε ένα μέρος απομονωμένο κοντά στο σχολείο μου που ήξερα ότι δεν θα με βρουν. Και έμεινα εκεί για κάποιες ώρες…”.

Αληθινή ιστορία: Τι άλλο αναφέρει, η Μαρία

Η Μαρία μου εξηγεί, ότι δεν μίλησε σε κανέναν για την απόφασή της αυτή. “Κανείς ποτέ δεν ήξερε τι βιώνω στο σπίτι μου, ούτε καν κάποια στενή φίλη, γιατί δεν ήθελα να τα λέω και να με λυπούνται”. Όσο για το τι έγινε μετά, εκείνη τη μέρα; “Ήταν σαββατοκύριακο, ο μπαμπάς έλειπε από το πρωί από το σπίτι. Κάποια στιγμή είδα τη μάνα μου με το αυτοκίνητο να με ψάχνει. Είχα αρχίσει να ηρεμώ και σκέφτομαι, ότι η μαμά μου αγαπάει. Θυμήθηκα πόσα έχει κάνει για εμάς, πόσα θέλει να μας προσφέρει, πόσες φορές έχει μπει στη μέση για να σωθούμε.

Και τότε συνειδητοποίησα, τι έχει να πάθει εκείνη και ο αδερφός μου αν ο πατέρας μου καταλάβει ότι έφυγα. Εγώ για τον αδερφό μου δεν υπήρξα μόνο μεγάλη αδερφή, αλλά και δεύτερη μαμά. Τον προστάτευα, του έκλεινα τα αυτιά στους μεγάλους τσακωμούς να μην ακούει…”. Η σκέψη αυτή οδήγησε τη Μαρία ξανά πίσω στο σπίτι της. Ο μπαμπάς της δεν έμαθε ποτέ για ντο συμβάν και η μαμά της, βέβαια, είχε κοντέψει να τρελαθεί και τη ρωτούσε γιατί το έκανα. “Δεν έδωσα καμία εξήγηση. Και δεν άλλαξε απολύτως τίποτα για τα επόμενα χρόνια”.

Πώς νιώθει άραγε ένα παιδί που εγκαταλείπει το σπίτι του; Δεν φοβάται; Δεν ανησυχεί για τους κινδύνους; “Δεν αισθάνθηκα κίνδυνο -ίσως και επειδή η κοινωνία τότε δεν ήταν τόσο επικίνδυνη. Σκεφτόμουν μόνο ότι είμαι μόνη μου και πρέπει να βρω έναν τρόπο να φύγω, να τρέξω μακριά από όλους και ότι έπρεπε την επόμενη φορά που θα φύγω να έχω ένα πιο οργανωμένο σχέδιο, ώστε να μπορέσω να ζήσω μόνη μου και να συντηρήσω τον εαυτό μου”.

Αληθινή ιστορία: Τι επιπλέον προσθέτει, η Μαρία

Παρά τις άσχημες συνθήκες που επικρατούσαν στο σπίτι της, η Μαρία ήταν εξαιρετική μαθήτρια, αλλά και αθλήτρια. Πώς τα κατάφερνε; “Ο αθλητισμός ήταν η διέξοδός μου -κάθε δραστηριότητα εκτός σπιτιού. Το να παίρνω μετάλλια και να επιβραβεύομαι ήταν το μόνο πράγμα που με έκανε να νιώθω καλά. Το ίδιο και οι καλοί βαθμοί. Είχα ανάγκη την επιβράβευση. Έπρεπε να είμαι σε όλα τέλεια, για να νιώθω καλά με τον εαυτό μου, γιατί στο σπίτι μου δεν ένιωθα ωραία. Ο πατέρας μου διαρκώς με κορόιδευε, ακόμα και για την εμφάνισή μου, και με ειρωνευόταν για το κάθε τι. Είχα 19,8 στον έλεγχο και θύμωνε για το μάθημα, στο οποίο δεν είχα 20”.

Η βαθιά επιθυμία της, δίνοντας Πανελλήνιες, ήταν να φύγει όσο πιο μακριά γίνεται για σπουδές, όμως, στη Θεσσαλονίκη όπου πέρασε υπέφερε, γιατί σκεφτόταν τι περνούσαν οι άλλοι δύο πίσω. Τελικά κατέθεσε ξανά μηχανογραφικό και βρέθηκε στο Οικονομικό του ΕΣΠΑ. “Όταν γύρισα ξανά στο σπίτι μου είπα στη μάνα μου: ‘Η εγώ ή αυτός. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η διαδικασία του διαζυγίου…”.

Δεν θα σας κουράσουμε με λεπτομέρειες για την επίπονη αυτή περίοδο, κατά την οποία ο πατέρας της έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να κάνει τη ζωή όλων δύσκολη, με δικαστήρια και κόντρα δικαστήρια, έξω από τα οποία ακόμα και βία πήγε να ασκήσει στα παιδιά του. Το ζήτημα ήταν ότι επιτέλους, είχε φύγει οριστικά από το σπίτι τους και, μέσα σε όλες τις δυσκολίες, μέσα σε όλα τα τραύματα που συνέχιζαν να αιμορραγούν, η ζωή τους μπορούσε πλέον να συνεχιστεί.

Τι κάνει σήμερα, η Μαρία

Με τη Μαρία μας έφερε σε επαφή το Χαμόγελο του Παιδιού. Στα 25 της σήμερα, είναι φοιτήτρια Μεταπτυχιακού, μα και ενεργότατη εθελόντρια στον Οργανισμό, μέσω του οποίου εδώ και δύο χρόνια προσφέρει σε παιδιά που νοσηλεύονται στο Παίδων, ψυχαγωγώντας τα εκεί δημιουργικά. Από τη στιγμή που αρχίζει να μου μιλά για όσα κάνει εκεί, αλλάζει ο τόνος και η χροιά της φωνής της! “Ζωντανεύει”, αποκτά δύναμη και παρρησία και ορμή… Είναι λες και μιλάω με άλλον άνθρωπο. Με έναν άνθρωπο που φαίνεται πως έχει αλλάξει σελίδα.

“Τα τελευταία δύο χρόνια κάνω ψυχοθεραπεία, γιατί αποφάσισα πως αν δεν το κάνω, ο τρόπος που μεγάλωσα εγώ μπορεί να επηρεάσει κάποτε την δική μου οικογένεια. Ήθελα να είμαι καλά εγώ, για να μπορέσω να είμαι καλή φοιτήτρια, καλή συνάδελφος και μια μέρα καλή μαμά. Στο διάστημα αυτό γνώρισα και το Χαμόγελο του Παιδιού -εύχομαι να το είχα κάνει νωρίτερα… Όλο αυτό που έζησα όλα αυτά τα χρόνια ήθελα να το χρησιμοποιήσω σαν δύναμη, σαν σοφία και σαν εμπειρία και να βοηθήσω άλλα παιδιά, ώστε να μην περάσουν ό,τι πέρασα εγώ.

Όταν ζεις σε μια τέτοια οικογένεια όλα τα βλέπεις γκρίζα και περιμένεις μια αχτίδα φωτός -ήθελα εγώ να είμαι αυτή η αχτίδα. Στα νοσοκομεία που πηγαίνουμε με τους εθελοντές, η εμπειρία δεν περιγράφεται. Πάω να δώσω το 100% του εαυτού μου και φεύγοντας έχω πάρει το 200%! Και μόνο που βλέπεις τα παιδιά να γελάνε γίνεται η ζωή σου όμορφη! Οι γονείς μας λένε 1.000 ευχαριστώ! Φεύγοντας κάθε φορά ένιωθα άσχημα… Τώρα που δεν μπορούμε να πάμε λόγω καραντίνας πραγματικά μας έχει κοστίσει”.

Αληθινή ιστορία: Το Radar

“Ήρθε, ωστόσο, το RADAR. Ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα που στήνουμε εμείς στο Χαμόγελο και είναι μια ομάδα εθελοντών που ασχολούνται με τα παιδιά που φεύγουν από τα σπίτια τους. Μιλάμε με αντίστοιχες οργανώσεις και εκπροσώπους από το εξωτερικό, με συντονιστή το Missing Children Europe και αναζητούμε τρόπους για να βοηθήσουμε τα Runaways (παιδιά που φεύγουν), προκειμένου να μην μπουν ποτέ ξανά στη διαδικασία αυτή. Το πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί σε 2 χρόνια και μέχρι τότε αναζητάμε τρόπους που αλλάξουν τη συνείδηση του κόσμου, ώστε να αντιλαμβάνεται πότε βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση ένα παιδί και γιατί”, λέει η Μαρία και εξηγεί:

“Αν, για παράδειγμα, οι δάσκαλοι στο σχολείο μου είχαν αντιληφθεί, ότι εγώ θα έφευγα από το σπίτι, ίσως να είχαν κάνει κάτι για να το σταματήσουν. Χρειάζεται, λοιπόν, να δημιουργηθεί ένα awareness και ένα νομικό πλαίσιο που θα μοιραστεί σε όλες τις Αρχές”, συμπληρώνει η ίδια και τονίζει ένα βασικό πρόβλημα που πρέπει να αλλάξει: “Στην Ελλάδα, για να αρχίσει η αστυνομία να ψάχνει ένα παιδί που έχει φύγει, χρειάζεται να περάσουν 48 ώρες από την δήλωση της εξαφάνισης. Το Χαμόγελο δημιουργεί, βέβαια, μια ομάδα έρευνας και διάσωσης που ξεκινά από την πρώτη στιγμή, όμως μέχρι να αναλάβει η αστυνομία έχει περάσει τρομερά πολύς χρόνος. Χρόνος στον οποίον το παιδί μπορεί να βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο! Αυτό είναι κάτι που με το RADAR θέλουμε να αλλάξουμε…”.

Το τέλος της ιστορίας

Ρωτήσαμε τη Μαρία τι θα έλεγε σε γονείς που βρίσκονται σε κάποια σύγκρουση με τα παιδιά τους και αντίστοιχα σε παιδιά που σκέφτονται να φύγουν από το σπίτι τους. “Στους γονείς θα πω να ακούνε ΠΑΝΤΑ τα παιδιά τους. Μη θεωρούν, ότι είναι μικρά και τα λόγια τους είναι ασήμαντα. Τα παιδιά που βιώνουν άσχημες καταστάσεις ωριμάζουν πιο γρήγορα. Επίσης, να δίνουν βάση στα σημάδια. ΠΑΝΤΑ ένα παιδί δίνει σημάδια πριν φύγει από το σπίτι του.

Γνωρίζοντας πλέον τους κινδύνους που υπάρχουν εκεί έξω, σε ένα παιδί θα έλεγα να μη φύγει από το σπίτι του. Να μιλήσει, αρχικά στον γονιό που νιώθει πιο κοντά του, μετά στον δάσκαλο και εννοείται στο Χαμόγελο του Παιδιού, όπου υπάρχουν εξειδικευμένοι σύμβουλοι. Και βέβαια, να μιλήσουν και οι γονείς στο Χαμόγελο: Τα παιδιά είναι πάντα καθρέφτες των γονιών”.