Enimerotiko.gr
Ελλάδα

Μπίλι Μπο: Η μιζέρια των παιδικών χρόνων, το Aids, η κατακραυγή, ο “θησαυρός” και το πρόωρο τέλος στα 33 του

Ο Μπίλι Μπο  (Βασίλης Κουρκουμέλης) γεννήθηκε το 1954 στα Καμίνια του Πειραιά και εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια μαζί με τις τέσσερις αδερφές και τους γονείς του.

Της: Έπη Τρίμη

Από πολύ νωρίς αντιλήφθηκε ότι τα  φτωχικά Καμίνια, με τους χωματόδρομους και τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων που τον περιέβαλαν, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν για εκείνον αναφορά για μια πετυχημένη καριέρα και κυρίως ζωή.

Η μιζέρια των παιδικών χρόνων

Μοναδικός σκοπός του Μπιλι Μπο ήταν να φύγει από τα Καμίνια. Έτσι στην τρυφερή ηλικία των 16 ετών  ήξερε από ένστικτο ποιο ήταν το μεγαλύτερο όπλο του για να κατακτήσει τα όνειρά του. Δεν είχε υλικά αγαθά και γνώσεις, είχε όμως ομορφιά, πείσμα , εργατικότητα και φυσικά ταλέντο που όπως ξέρουμε όλοι ως πακέτο ανοίγουν συνδυαστικά διάπλατα  πόρτες.

Ο χορός ήταν το πρώτο σκαλοπάτι

Αφήνοντας πίσω τα Καμίνια αναζήτησε την τύχη του αρχικά ως χορευτής. Πρώτη του κίνηση ήταν να πιάσει δουλειά σε μια μπουάτ στην Πλάκα, συνοδεύοντας τις αδερφές Μπρόγιερ στις εμφανίσεις τους ενώ σχεδόν παράλληλα,  εργαζόταν στο θέατρο με τον χορογράφο Φώτη Μεταξόπουλο. Έτσι, ξεκίνησε να κερδίζει τα πρώτα του χρήματα, αρκετά από τα οποία διέθεσε έχοντας συγκεκριμένους στόχους για την αυτοβελτίωσή του, κάνοντας μαθήματα χορού.  Εκείνη την εποχή, στη σχολή χορού όπου έκανε μαθήματα, γνώρισε και τον Μάκη Τσέλιο. Μία γνωριμία που αποτέλεσε, το σημαντικότερο ορόσημο της ζωής του.

Εκείνα τα χρόνια η  Μύκονος γινόταν σημαντικότατο τουριστικό θέρετρο της διεθνούς ελίτ, ανάμεσά τους πολλών πλουσίων και των διασημοτήτων ενώ η πλατεία  Κολωνακίου ήταν σημείο αναφοράς για όποιον επιδίωκε να δει και να τον δουν. Οι άνθρωποι διψούσαν για αλλαγή και για ελευθερίες. Τα ταμπού και τα στερεότυπα άρχισαν, δειλά δειλά, να ξεπερνιούνται.

Η γνωριμία του Μπίλι Μπο με τον Μάκη Τσέλιο ήταν καθοριστική

Ο Μάκης Τσέλιος  όντας 10 χρόνια μεγαλύτερος  είχε ήδη περισσότερες εμπειρίες, γνωριμίες, αλλά και κάποια χρήματα από προηγούμενες δουλειές του στο εμπόριο. Αναγνώρισε αμέσως στον Βασίλη την σπίθα για μεγάλα πράγματα, καθώς και το ταλέντο του στο σχέδιο. Ως εκ τούτου, θέλησε να τον βοηθήσει, αφού εξ αρχής είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μία στενή σχέση. Η συνεργασία τους ξεκίνησε με το σκεπτικό να κάνουν εισαγωγή αρωμάτων από τη Γαλλία αλλά τελικά η υψηλή ραπτική ήταν αυτό που τους κέρδισε και άρχισαν να χτίζουν εκεί. Ο Μάκης Τσέλιος περιγράφει τη στιγμή που αντίκρισε τον Βασίλη στο Κολωνάκι : «Ο Βασίλης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι τότε. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν από χώμα και φαντάσου ότι ακόμα περνούσε ο νερουλάς.Είχε μια ιδιαιτερότητα, ήταν σαν ένα πριγκιπόπουλο σε λάθος περιβάλλον… Σαν να είχε γεννηθεί σε λάθος σπίτι.

Η συγκατοίκηση και οι σπουδές

Ο  Μπιλι Μπο  γράφτηκε στη σχολή Βακαλό για να παρακολουθήσει μαθήματα σχεδίου, ενώ αργότερα, συνέχισε τα μαθήματα στη Σχολή Βελουδάκη. Ο Μάκης Τσέλιος, γίνεται ο μέντορας του Βασίλη. Το ταλέντο του νεαρού αγοριού, καθώς και η ευκαιρία που βρέθηκε στο δρόμο τους και αφορούσε την ενοικίαση, μέσω φίλων, ενός μικρού χώρου στην οδό Σόλωνος, στο Κολωνάκι, αποτέλεσαν την αρχή για την επιτυχία που θα ακολουθούσε.

Η μπουτίκ και το βάπτισμα σε Μπίλι Μπο  με έμπνευση την  Caterina Valente

Δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους, στο Κολωνάκι, μία περιοχή, όπου σύχναζε η «καλή κοινωνία» της πόλης, οι δύο άντρες έχουν καταφέρει να μπουν στον κύκλο των ανθρώπων που ενδιαφέρονται πολύ για τη μόδα. Για καιρό, διαμόρφωναν κατάλληλα το χώρο και έψαχναν το όνομα της μπουτίκ, χωρίς ωστόσο επιτυχία. Όταν άκουσαν το τραγούδι «Billy Boy, Oh Billy Boy,» της Caterina Valente, ήξεραν πως η φίρμα θα ονομαζόταν πλέον «Μπίλι Μπο».

Η φήμη του εξαπλώνεται και φιγουράρει στα εξώφυλλα των περιοδικών

Μέσα σε ένα χρόνο τα σχέδια του Μπίλι Μπο  αποθεώνονται. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώνεται και φιγουράρει στα εξώφυλλα των περιοδικών. Το 1974, η κατάκτηση του πρώτου βραβείου, στον Διαγωνισμό Νέων Σχεδιαστών του περιοδικού «Γυναίκα» τον καθιερώνει εκτοξεύοντάς τον στην κορυφή. Παράλληλα, η μόδα μπαίνει στα ελληνικά σπίτια μέσω των περιοδικών και της τηλεόρασης. Ο κόσμος αρχίζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα ντυθεί και το ενδιαφέρον αυτό δεν περιορίζεται, μονάχα, στον κύκλο των ευκατάστατων και των διάσημων. Σύντομα, μεγάλες σταρ της εποχής, όπως η Ζωή Λάσκαρη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Μαρινέλα, η Μιμή Ντενίση και άλλες, γίνονται οι καλύτερες πελάτισσες της μπουτίκ και οι δημοσιογράφοι αρχίζουν να ακολουθούν τον σχεδιαστή σε κάθε του βήμα.

Η καριέρα στη Νέα Υόρκη

Το 1978 οι δύο συνεργάτες ανοίγουν μια νέα Μπουτίκ και  στη Θεσσαλονίκη, ενώ, το 1981, κερδίζουν τον διαγωνισμό για τις στολές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και ανοίγουν το πρώτο franchise κατάστημα στο Ψυχικό. Ακολουθεί νέο κατάστημα στην Μύκονο, το οποίο θεωρείται το «διαβατήριό» τους για να βγουν στο εξωτερικό, και όχι άδικα, καθώς οι μεγαλύτερες διασημότητες του κόσμου επισκεπτόταν κάθε χρόνο το νησί .

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Μπίλι Μπο ήταν ένα ποπ άιντολ στα πρότυπα του Ουόρχολ στις ΗΠΑ, το ποπ άιντολ της Ελλάδας.

Από το 1983 η φίρμα, με ρούχα «Billy Bo,» πωλείται στην Αμερική δίπλα σε μεγάλα ονόματα, Ευρωπαίων σχεδιαστών, και φιγουράρει σε βιτρίνα της 5ης λεωφόρου στη Νέα Υόρκη. Ως επακόλουθο της επιτυχίας του θεωρούνται τα εγκαίνια ενός νέου καταστήματος στο Μανχάταν ενώ έπονται κι άλλα, σε διάφορες πόλεις. Πλέον, ο Μπίλι Μπο και ο Μάκης Τσέλιος συναναστρέφονται με τους διασημότερους του κόσμου και κεντρίζουν το ενδιαφέρον ξένων δημοσιογράφων. Ο Ουόρχολ μάλιστα θα μεσολαβούσε για συνέντευξη του Βασίλη στο Interview.

Η ασθένεια του Aids, η κατάθλιψη και το τέλος

Ο Μπίλι Μπο νόσησε στα 32 του χρόνια από Aids. Ήταν το 1986, πριν πραγματοποιήσει ένα ακόμη ταξίδι στην Αμερική, όταν δήλωσε στους συνεργάτες του ότι δεν αισθάνεται καλά. Στην αρχή, η αδιαθεσία του θεωρήθηκε ως ένα απλό κρυολόγημα, όμως ο πυρετός, οι εφιδρώσεις και η αδυναμία επέμεναν. Ακολούθησαν οι εξετάσεις και βρέθηκε θετικός. Ένας αγώνας δρόμου μόλις άρχισε. Ξανά εξετάσεις και, τελικά, η νοσηλεία του στο Παρίσι. Σύντομα άρχισε να χάνει πολλά κιλά και η κατάθλιψη τον κυρίευσε.

Οι φήμες, οι ψευδείς ειδήσεις καθώς και τα κακεντρεχή σχόλια οργίαζαν, κερδίζοντας, τελικώς, έδαφος. Έτσι, άρχισε ένα ανελέητο κυνήγι από τους δημοσιογράφους του κίτρινου τύπου και όχι μόνο. Τον έψαχναν παντού, ακόμη και στους διαδρόμους του νοσοκομείου του Παρισιού. Συκοφαντήθηκε όσο κανένας άλλος, καθώς το Aids ήταν συνδεδεμένο με την γκέι κοινότητα και τους χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Είδε τους ανθρώπους να τον αφήνουν μόνο, χωρίς συμπόνια. Πολύ γρήγορα άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη πως ο Μπίλι Μπο έχει πεθάνει. Στο άκουσμα αυτής της φήμης ο ίδιος καταρρακώθηκε.

Στην τελευταία του συνέντευξη που έδωσε στην δημοσιογράφο Λένα Ζαννιδάκη, και στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ είπε: ” Να προσπαθείς να αντλήσεις κουράγιο από το βλέμμα ενός γιατρού, να εκλιπαρείς από μέσα σου και φωναχτά τον κάποιο Θεό να σε λυτρώσει από τον εφιάλτη που ζεις και εκεί, στην πικρή αλήθεια και σε κάποιες αμυδρές ελπίδες, να μαθαίνεις… πως είσαι ήδη νεκρός.”

Ο ίδιος κάλεσε την δημοσιογράφο στο τηλέφωνο, εκφράζοντας της την επιθυμία του να της παραχωρήσει συνέντευξη. Την διάλεξε τόσο για το ήθος της όσο και για το γεγονός πως δεν τον “κυνήγησε,” όπως χαρακτηριστικά της είπε. Επίσης, ο ίδιος, παρά την κατάστασή του, ζήτησε να φωτογραφηθεί. “Τραβήξτε όσες φωτογραφίες θέλετε και γράψτε ότι ΖΩ! Κάποτε παρουσιάσατε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ το σπίτι μου στην Μύκονο και το ονομάσατε ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ. Ήμουνα ευτυχισμένος τότε, γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες. Φωτογραφίστε με και τώρα για την εφημερίδα σας, όπως είμαι, απογυμνωμένο από όνειρα και φιλοδοξίες.” Ενώ, σε άλλο σημείο συνεχίζει λέγοντας: “Πέρασα πολλές ανακατατάξεις στη ζωή μου, την είδα από άλλη σκοπιά, είδα τις ματαιότητες της, τις προσφορές, τις μικροχαρές, τις οδύνες, τις πληγές της. Αν τα βάλεις σε μια ζυγαριά, τι βαραίνει άραγε περισσότερο; Αυτό που σου δίνει ή αυτό που σου παίρνει;”

Ο Μπίλι Μπο πέθανε στις 13 Ιουνίου του 1987. Δεν μπόρεσε να αντέξει την σκληρή ασθένεια, ούτε την, ακόμη σκληρότερη, στάση τον ανθρώπων.Στην κηδεία του κατεβαίνει όλη η Ελλάδα και όλο αυτό το σκηνικό λατρείας μοιάζει με δικαίωση.

Η μάχη για τον θησαυρό του Μπίλι Μπο!

Οι δύο από τις τρεις αδελφές του Μπιλι Μπο , η Μαρία και η Ευδοξία, ξεκινούν δικαστικό αγώνα κατά του Μάκη Τσέλιου, διεκδικώντας το μερίδιό τους, όχι μόνο για τη θρυλική βίλα της Μυκόνου, αλλά και για την εταιρεία που είχε συστήσει ο πρόωρα χαμένος σχεδιαστής με τον τότε συνέταιρό του. Η διένεξη παίρνει πολύ μεγάλες διαστάσεις στα μέσα ενημέρωσης εκείνης της εποχής, αλλά έπειτα από απανωτές δίκες η υπόθεση κλείνει το 1991 με συμβιβασμό, χωρίς να γίνουν γνωστές πολλές λεπτομέρειες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, οι δύο αδελφές πήραν τελικά μεγάλο μέρος από το μερίδιό τους και η υπόθεση φαινόταν πως είχε κλείσει οριστικά.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο Χριστόφορος Βαλσάμης επιστρέφει στην Ελλάδα από το εξωτερικό όπου ζούσε και μπαίνει δυναμικά στη διεκδίκηση του δικού του μεριδίου από τη λεγόμενη «χρυσή κληρονομιά».

Ο Χρυσόστομος Βαλσάμης, γαμπρός του θρυλικού σχεδιαστή μόδας, θεωρώντας ότι είναι αδικημένος, ξεκινάει το 2013 νέα μάχη εναντίον του Μάκη Τσέλιου, με σκοπό να πληροφορηθεί σε ποια χέρια βρίσκονται σήμερα όλα τα περιουσιακά στοιχεία του κουνιάδου του. Παρ’ ότι έχουν περάσει είκοσι έξι χρόνια από τον θάνατο του Μπίλι Μπο, όλα δείχνουν ότι ο πόλεμος για τη μυθική περιουσία του δεν έχει τελειωμό.. Ο κληρονόμος του Μπίλι Μπο και ο γιος του, ο 35χρονος Νίκος Βαλσάμης τελικώς κάνουν συμβιβασμό και ο Τσέλιος κρατά τη βίλα στην Μύκονο.

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι ο Μάκης Τσέλιος δώρισε ένα τριώροφο σπίτι στη Βάρη, στα Παιδικά χωριά SOS, όπου και σε ειδική ταμπέλα αναφέρεται το όνομα του εκλιπόντα Μπίλυ Μπο.