Enimerotiko.gr
Ελλάδα

Βαγγέλης Ρωχάμης: Οι 10 φορές που το σκάσε από τις φυλακές και η απόδραση από την κεντρική πύλη του Κορυδαλλού

Βαγγέλης Ρωχάμης: Γεννήθηκε το 1951 στην Εύβοια. Μέλος πολυμελούς οικογένειας, σε ηλίκια μόλις 16 ετών ξεκίνησε να εργάζεται.

«Ακόμη κι όταν ήμουν στην απομόνωση, ένιωθα ελεύθερος», Είχε πει μετά την αποφυλάκιση του το 2000.

Η εικόνα του ηταν εκεινη του ειρηνικού ληστή που είχε μετατραπεί σε θύμα του σωφρονιστικού συστήματος. Οι 10 αποδράσεις που είχε γελοιοποιούν τόσο τους δεσμοφύλακες όσο και τις Ελληνικές αρχές της εποχής.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Η πρώτη του απόδραση

Στις φυλακές Κορυδαλλού το 1976 ηταν η πρώτη του απόδραση. Ο Ρωχάμης δραπέτευσε κάτω από την μύτη των σωφρονιστικών υπαλλήλων. Ο ημερήσιος Τύπος είχε βρει τον νέο μεγάλο του φυγά.

Το ψευδώνυμο που του είχε δοθεί ηταν «Πεταλούδα», καθώς ξεγλιστρά από τα κελιά σαν να έχει όλα τα κλειδιά. Το γεγονός ότι δεν διέπραξε ποτέ ειδεχθές έγκλημα με αφαίρεση ανθρώπινης ζωής είναι εκείνο που τον κάνει “υποφερτό”

Για τις Ελληνικές αρχές ηταν ένας διαβόητος εχθρός του νόμου. Στους πολίτες ομως ξύπναγε  έναν κρυφό θαυμασμό. Ο ίδιος ακόμα και διωκόμενος από τις αρχές της αστυνομίας κατάφερνε να “τρυπώνει” μέσα σε δικαστικές αίθουσες για να δει πρώην συγκρατούμενους του.

Το πλήρωσε όμως και μάλιστα ακριβά:

παρέμεινε στη φυλακή 22 χρόνια και έζησε 31 χρόνια κυνηγητού και παρανομίας.

Ο Βαγγέλης Ρωχάμης ήταν ο νούμερο ένα καταζητούμενος για πολλά χρόνια. Παρόλα αυτά μπόρεσε να αλλάξει οριστικά σελίδα στη ζωή του. Πλέον ζει μια ήρεμη ζωή στο Λευκαντί Ευβοίας, ως απλός νομοταγής πολίτης.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

Στη βιοπάλη βγήκε από τα 16 του, για να συμβάλει στο οικογενειακό εισόδημα. «Από μικρό παιδί έβλεπα γουέστερν και μου άρεσαν οι κακοί, τα παλικάρια», θα πει.

Η πρώτη του επαφή με τον νόμο θα λάβει χώρα το 1971. Ήθελε να επισκεφτεί την νεογέννητη κόρη του αλλά δεν του έδιναν άδεια από τον στρατό . Έτσι ο ίδιος το σκάει από το στρατόπεδο, κλέβει ένα μοτοποδήλατο και βάζει πλώρη για Εύβοια.

Για το περιστατικό λαμβάνει προσωρινή αναβολή από το στράτευμα και για την κλοπή «τρώει» 3,5 μήνες στις φυλακές Κορυδαλλού. Είναι η αρχή της εγκληματικής του δράσης. Θα επιστρέψει το 1976 ομως ξανά στις φυλακές. Το έγκλημα του ηταν μια ληστεία που πραγματοποίησε στο ταχυδρομείο του χωριού του. Θέλοντας να αλλαξει πορεία για την ζωή του πάει στην Κύπρο αμέσως μετά την αποφυλάκιση του.

Βαγγέλης Ρωχάμης: «Το ’81 είχαμε καταλάβει επί ένα μήνα τη φυλακή»

Δεν αλλάζει όμως. Το 1980 συλλαμβάνεται για απόπειρα πώλησης κλεμμένων τηλεοράσεων και περνά ξανά το κατώφλι του Κορυδαλλού. «Το ’81 είχαμε καταλάβει επί ένα μήνα τη φυλακή. Μέχρι και τα υπόγεια ελέγχαμε». Για τη συμμετοχή του στη στάση προστέθηκαν άλλοι 27 μήνες.

Ο ίδιος ειπε πως τα κέρδη: «Τα έτρωγα, τα έδινα … είχα βοηθήσει παιδάκια που είχαν καψίματα και ήθελαν πλαστικές και άλλα που χρειάζονταν εγχειρίσεις».

Ήταν όμως και η πολυέξοδη ζωή του δραπέτη: «Έπρεπε να νοικιάζω 12-13 διαμερίσματα ταυτόχρονα. Ήμουν υποχρεωμένος να πληρώνω ανθρώπους για να μου φέρνουν αυτοκίνητα και όπλα». Έτσι ζούσε ένας κυνηγημένος.

Ο Ρωχάμης καταδικάστηκε για παράνομη οπλοχρησία και σωρεία ληστειών, χωρίς τραυματισμούς ωστόσο. Η αστυνομία τον εντόπισε πολλές φορές ως φυγά, αλλά ο Ρωχάμης ξέφευγε πάντα επιδεικνύοντας δαιμόνια δημιουργικότητα.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Ακόμα μια απόδραση του «Πεταλούδα»

«Από όλες τις φυλακές έχω αποδράσει, εκτός από τις φυλακές Πατρών. Εκεί πέρασα δυόμιση χρόνια στην απομόνωση και ήταν αδύνατο να το σκάσω», εξομολογήθηκε.

Πολλά τα σχέδια χολιγουντιανού τύπου που είχε κάνει ομως έως τότε. Παρατήρησε ότι όλα τα κλειδιά της φυλακής του Κορυδαλλού ήταν κρεμασμένα σε μια κλειδοθήκη κοντά στην είσοδο.

«Από τη στιγμή που το είδα, φρόντισα να είχα πάντα επάνω μου ένα μικρό κομμάτι πλαστελίνη», με τη βοήθεια της οποίας κατάφερε να αντιγράψει τα κλειδιά κάνοντας καλούπια από πλαστελίνη. Έναν χρόνο πήρε η όλη επιχείρηση για την αντιγραφή των πέντε κλειδιών, καθώς μπορούσε να το κάνει μόνο επιστρέφοντας από άλλο ένα δικαστήριο σε βάρος του.

Βαγγέλης Ρωχάμης: «Στη φυλακή μπορούσες να βάλεις και να βγάλεις τα πάντα»

Όταν ήταν έτοιμος, έβγαλε τα εκμαγεία από τον Κορυδαλλό και πήρε μετά στα χέρια του τα αντικλείδια: «Στη φυλακή μπορούσες να βάλεις και να βγάλεις τα πάντα. Η φυλακή έχει ναρκωτικά, έχει χειροβομβίδες, έχει κροτίδες». Μεταμφιέστηκε σε δικηγόρο και πέρασε ανενόχλητος από τις δύο εξωτερικές πύλες του Κορυδαλλού.

Όταν κόλλησε μάλιστα σε μια πόρτα που είχε ξεχάσει να την περιλάβει στον σχεδιασμό του, του την άνοιξε κάποιος από μέσα «ως δώρο», μιας και όπως είπαμε ήταν αγαπητός σε όλους, κρατούμενους και σωφρονιστικούς υπαλλήλους.

Ο Ρωχάμης ξαναχτυπά και πάλι το 1983, δραπετεύοντας αυτή τη φορά από τις φυλακές της Χαλκίδας. Μεταφέρεται και πάλι στην Κέρκυρα, αν και τον Απρίλιο του 1986 επιστρέφει στα παλιά του λημέρια στον Κορυδαλλό για να περάσει από νέα δίκη. Δεν είχε σκοπό βέβαια να μπει σε καινούριες δικαστικές περιπέτειες, μιας και είχε προαποφασίσει να το σκάσει. Και μάλιστα με τον πιο σατανικά απλό τρόπο: στο επισκεπτήριο!

Βαγγέλης Ρωχάμης: 7 Απριλίου 1986 ακόμα μια απόδραση

Στις 7 Απριλίου 1986, ο Ρωχάμης δέχεται στο προγραμματισμένο επισκεπτήριο τον κουνιάδο του. Όταν ο χρόνος τέλειωσε, αντί να κατευθυνθεί πίσω στο κελί του, ακολούθησε το κύμα των επισκεπτών των συγκρατουμένων του μέχρι την κεντρική πύλη των φυλακών. Είχε ήδη φορέσει κοστουμάκι, κι έτσι κανένας δεσμοφύλακας δεν τον αναγνώρισε! Ο Ρωχάμης έφυγε λοιπόν ανενόχλητος από την ξεκλείδωτη είσοδο του Κορυδαλλού, ξέροντας ωστόσο ότι ρίσκαρε και πάλι μια αύξηση της ποινής του.

Όπως μαθαίνουμε από τον ημερήσιο Τύπο της εποχής, ο «Πεταλούδας» απέδρασε γιατί κάποιος είχε πειράξει την κόρη του και ήθελε να καθαρίσει αυτοπροσώπως. Στην αστυνομία σήμανε για μια ακόμα φορά συναγερμός, αν και μέχρι τότε οι Αρχές είχαν γίνει ιδιαιτέρως καλές στο ξετρύπωμά του, αφού είχαν στις πλάτες τους αρκετή εμπειρία.

Τώρα ήξεραν πού να ψάξουν, στη Χαλκίδα και την Κρήτη κυρίως, μιας και εκεί συνήθιζε να κρύβεται ο φυγάς κατά τα μακρά «διαλείμματα» της ποινής του.

Το άστρο του Ρωχάμη θα λάμψει με εκτυφλωτικό φως την Άνοιξη του 1994, όταν η κόρη του Μαρία Ρωχάμη δικαζόταν σε επαρχιακό εφετείο με την κατηγορία της υπόθαλψης του εγκληματία πατέρα της. Ο «Πεταλούδας» ήταν και πάλι άφαντος, η αστυνομία τον αναζητούσε ωστόσο κάπου στην Αττικοβοιωτία.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Συνελήφθην για ακόμα μια φορά το 1996

Λίγες μέρες μετά τη δίκη, στο επαρχιακό κέντρο που τραγουδούσε η Μαρία Ρωχάμη εμφανίζεται μια περίεργη φιγούρα στα πίσω τραπέζια. Ήταν ο Ρωχάμης! Όπως ήταν και στο δικαστήριο που του είχαν στήσει καρτέρι οι αστυνομικοί, αν και έψαχναν τον θρυλικό δραπέτη και όχι τη γυναικεία φιγούρα που καθόταν πίσω πίσω στο κοινό!

Όταν συνελήφθη εξάλλου και πάλι το 1996, ομολόγησε στον ανακριτή ότι είχε πάει πράγματι στη δίκη της κόρης του κάτω από τις μύτες των Αρχών.

Ο Ρωχάμης εξάλλου μασκαρεμένος σε γυναίκα έκανε μάλλον ό,τι ήθελε, όπου το ήθελε, στα χρόνια που πέρασε ως φυγάδας. Ενδεικτικό εδώ είναι το γεγονός ότι δεν δίστασε να παρευρεθεί ακόμα και στην πολύκροτη δίκη του συγγραφέα Θανάση Νάσιουτζικ, κι αυτό για να του βοηθήσει να αποδράσει!

Βαγγέλης Ρωχάμης: Οι δικαστικές περιπέτειες του

Ο «Πεταλούδας» έζησε τη δική του περιπέτεια στο δεκαετές δικαστικό θρίλερ του «Εγκλήματος στο Κολωνάκι», όταν ο συγγραφέας Θανάσης Νάσιουτζικ κατηγορήθηκε για τον φόνο του επίσης συγγραφέα και φίλου του Θανάση Διαμαντόπουλου, ο οποίος βρέθηκε νεκρός μέσα σε λουτρό αίματος στις 24 Σεπτεμβρίου 1984. Η πολύκροτη δίκη ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1986 και έγινε το σοβαρότερο δικαστικό γεγονός της εποχής, φέρνοντας αντιμέτωπο το βαρύ πυροβολικό της ελληνικής δικηγορίας και μαγνητίζοντας την επικαιρότητα για χρόνια.

Την απίστευτη ιστορία μοιράστηκε η κόρη του Νάσιουτζικ, Παυλίνα, και αφορούσε στη δεύτερη δίκη του πατέρα της. Ο Νάσιουτζικ περιέγραφε τον Ρωχάμη ως «Ρομπέν των Δασών» και εκτιμούσε την εξυπνάδα του αλλά και το γεγονός ότι διάβαζε βιβλία παρά τις περιορισμένες γραμματικές του γνώσεις.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Ακόμα μια απόδραση

Όσο ο Νάσιουτζικ περίμενε τη δίκη του, ο Ρωχάμης είχε καταφέρει να αποδράσει για άλλη μια φορά και τώρα τον αναζητούσε λυσσαλέα η αστυνομία. Παρά ταύτα, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας πλησιάζει τον κατηγορούμενο στο Εφετείο, κάθεται δίπλα του και αρχίζει να συνομιλεί μαζί του με πρόδηλη εγκαρδιότητα. Ο Νάσιουτζικ δείχνει ευχαριστημένος και ανταποκρίνεται σε ό,τι ακούει από το στόμα της.

Η συμπαθής κυρία που τόσο είχε χαρεί που είδε ο Νάσιουτζικ δεν ήταν παρά ο διαβόητος δραπέτης, ο οποίος περνά κάτω από τη μύτη δεκάδων αστυνομικών, πλησιάζει τον Νάσιουτζικ και του λέει: «Αν θες, σε παίρνω τώρα και φεύγουμε. Έχω τέσσερις-πέντε απ’ έξω»! Ο Νάσιουτζικ αρνείται και όταν βεβαιώνεται ότι ο Ρωχάμης έχει βγει με ασφάλεια από την αίθουσα, καλεί τις κόρες του και τους εξομολογείται την απίθανη συνάντηση! Όπως αποδείχτηκε αργότερα, τον δρόμο που του είχε δείξει ο Ρωχάμης θα τον διάλεγε μόνος του, όταν και κατέφυγε τελικά στο εξωτερικό.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Η μαγική του ικανότητα να είναι συμπαθητικός.

Ο Ρωχάμης είχε αυτή τη μάλλον μαγική ικανότητα να γίνεται συμπαθής σε όλους, ακόμα και όταν κυκλοφορούσε με αυτόματα στα χέρια και γάζωνε μαγαζιά! Παρά το κρυφτούλι και τη γελοιοποίηση στην αστυνομία, οι αστυνομικοί δεν έτρεφαν εχθρικά αισθήματα εναντίον του: «δεν με αντιπαθούσαν, έκαναν απλά τη δουλειά τους», λέει ο ίδιος. Κι έτσι η σχέση του με τις διωκτικές αρχές ήταν μάλλον καλή, εκτός από κείνη, τη μόνη, φορά που ο Ρωχάμης βγήκε εκτός εαυτού όταν ένιωσε ότι η αστυνομία είχε συλλάβει την κόρη του μόνο και μόνο για να τον εκβιάσει να παραδοθεί.

«Είχα ένα μπρεν [αυτόματο όπλο] από τανκ. Έκοψα λοιπόν την οροφή μιας BMW και ξεκίνησα από τη Φυλής, όπου είχα κρυμμένα αυτοκίνητα, για το Χαϊδάρι», διηγείται. Στον δρόμο τον έπιασε ωστόσο λάστιχο, γι’ αυτό και πήρε το όπλο και σταμάτησε ένα ταξί. «Κατέβηκα στο Χαϊδάρι και πυροβολούσα τις μαρκίζες και τα κεφάλια από κάποιες κούκλες στα μαγαζιά. Στη συνέχεια πήγα και στη Νέα Ζωή. Ήθελα να τους δείξω ότι μπορούσα, αλλά δεν ήθελα».

Μετά επέστρεψε το ταξί στον κάτοχό του, του άφησε και 200.000 δραχμές πουρμπουάρ και εξαφανίστηκε. Ήταν το μήνυμά του στις Αρχές, ότι το πράγμα πρέπει δηλαδή να μείνει μεταξύ τους…

Η τελευταία απόδραση: από την παρανομία

Ο άνθρωπος που πέρασε έγκλειστος 22 χρόνια χωρίς να διαπράξει φόνο και έζησε 31 συνολικά χρόνια από τη ζωή του μέσα στις περιπέτειες με τον νόμο άλλαξε ξαφνικά σελίδα και πίσω δεν ξανακοίταξε. Μετά την αποφυλάκισή του τον Απρίλιο του 2000, επέστρεψε στα γνώριμα λημέρια της Ευβοίας και τώρα διατηρούσε καντίνα.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Το ουζερί με θέα την θάλασσα

Αργότερα έφτιαξε τη δική του «Κιβωτό» στο Λευκαντί, ένα ουζερί με θέα την καταγάλανη θάλασσα. Έτσι αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του ο άνθρωπος που είχε συνταράξει το πανελλήνιο με τις τόσες αποδράσεις του από τα πιο «σκληρά» σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας μας.

Εκεί, στο προσωπικό του ησυχαστήριο, ο Βαγγέλης Ρωχάμης είναι πλέον ένας νομοταγής πολίτης, επιχειρηματίας, ψαράς, αλλά πάνω απ’ όλα πιστός σύζυγος. Ο «Πεταλούδας» επέστρεψε στη γενέτειρά του περνώντας συμβολικά στην απέναντι όχθη της νομιμότητας, εκεί που είχαν ξεκινήσει όλα. Αφού γνώρισε και τον έρωτα στο πρόσωπο της δεύτερης συζύγου του, η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε: με τη νέα του σύζυγο άνοιξαν ένα καινούριο μαγαζί, το «Λιμανάκι», όπου περνά πλέον τη μέρα του μέσα σε φίλους και φανατικούς πελάτες.

Βαγγέλης Ρωχάμης

Τη νομιμότητά του είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν και οι ελεγκτές της Οικονομικής Αστυνομίας, όταν πήγαν να τσεκάρουν το «Λιμανάκι του Ρωχάμη» και δεν βρήκαν καμία οικονομική ατασθαλία, τόσο στα φορολογικά κιτάπια όσο και την ταμειακή μηχανή. Όπως είχε γίνει εξάλλου και παλιότερα στην καντίνα του.

Βαγγέλης Ρωχάμης: Η δήλωση ενος αξιωματικού της Αστυνομίας.

«Πρόκειται για το κλασικό παράδειγμα του ανθρώπου που άλλαξε σελίδα στη ζωή του. Δεν ξέραμε πως η καντίνα ανήκει στον γνωστό Βαγγέλη Ρωχάμη. Στην αρχή, όταν τον είδαμε, πιστέψαμε πως κάτι στραβό θα βρούμε. Μας έβγαλε όμως ψεύτες με τη νομιμότητά του και εμείς με τη σειρά μας του βγάλαμε το καπέλο. Πραγματικά αξίζει συγχαρητήρια», δήλωσε ο αξιωματικός της Οικονομικής Αστυνομίας