Enimerotiko.gr
Γυναίκα

Η γυναίκα «φύλακας» των 6 Ελλήνων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στο έπος του ’40 και θάφτηκαν στην αυλή της

Γυναίκα είναι φύλακας έξι Ελλήνων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο του ’40. Είναι θαμμένοι στην αυλή της στη Χειμάρρα και τους τιμά κάθε μέρα. Ήταν Απρίλιος 1941. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη.

Οι Ιταλοί πολεμούσαν λυσσασμένα κάτω από το οργισμένο βλέμμα του Μουσολίνι. Ο ελληνικός στρατός είχε διαψεύσει τα σχέδιά του και είχε κυνηγήσει τον αντίπαλο μέχρι τη θάλασσα.

Στη Χειμάρρα όπου ο ελληνικός πληθυσμός είναι κυρίαρχος, οι ντόπιοι έχουν ανοίξει τα σπίτια τους για τους φαντάρους που πολεμούν με πάθος. Στο σπίτι της οικογένειας Μπρίγκου, βρήκε καταφύγιο ένας λόχος. Είχε στρατοπεδεύσει εκεί για να προφυλαχτεί από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς και να έχει τροφή και φροντίδα. Εκεί έμελλε να αφήσουν την τελευταία τους πνοή έξι από αυτούς. Τα άψυχα σώματά τους έθαψε μυστικά ο πατέρας της συγκεκριμένης γυναίκας της κ. Ερμιόνης. Και αφιέρωσε όλη του την ζωή στην προστασία των κρυφών τάφων τους.

“Έφυγαν σαν ματωμένα και βουρκωμένα πουλιά”, λέει η γυναίκα

Ένα τρομερό ντοκουμέντο του έπους του ’40 είναι οι τάφοι των Ελλήνων στρατιωτών στον ελαιώνα της γυναίκας Ερμιόνης Μπρίγκου στη Χειμάρρα. Χιλιάδες άνδρες βρίσκονται πρόχειρα θαμμένοι σε όλο το μέτωπο. Άγνωστοι στρατιώτες κάτω από κτίρια, γήπεδα αλλά και στα βουνά της Αλβανίας.

«Οι 3 στρατιώτες σκοτωθήκανε από πυρά Ιταλών και οι άλλοι 3 από ελληνικά πυρά μέσα σε καπνούς. Ομίχλη και καταρρακτώδη βροχή στην προσπάθεια να αποκρούσουν τους Ιταλούς.

«Ήταν τα «λιοντάρια» της Ελλάδας του ‘40. Έφυγαν σαν ματωμένα και βουρκωμένα πουλιά» θυμάται η γερόντισσα πια, Ερμιόνη Μπρίγκου. Η γυναίκα μιλά με συγκίνηση για τους έξι στρατιώτες που έκρυβε τα οστά τους. Επί 74 χρόνια στην αυλή της διακινδυνεύοντας τη ζωή της. Δύο ξύλινοι σταυροί, στηριγμένοι με λίγες πέτρες μαρτυρούν τους πρόχειρους τάφους που ήταν θαμμένοι οι έξι πεσόντες. Με τα κεράκια να φωτίζουν το λιτό μνήμα.

Μετά το θάνατο των στρατιωτών, η εννιάχρονη τότε γυναίκα βοήθησε τον πατέρα της να θάψει κρυφά τα νεκρά παλικάρια στην αυλή του σπιτιού του. «Σκάβαμε πρόχειρους λάκκους. Οι κινήσεις γίνονταν μηχανικά, βιαστικά υπό το φόβο του εχθρού. Δεν είχαν το απαιτούμενο βάθος, οι αρβύλες εξείχαν και έπρεπε να σκεπαστούν με χώμα γρήγορα για να μην αποκαλυφθούν» διηγείται η Ερμιόνη Μπρίγκου. Οι τρεις ενταφιάστηκαν στη μία πλευρά της αυλής και οι άλλοι τρεις στην άλλη.

Η γυναίκα τους φροντίζει σαν δικά της παιδιά

Ο Ανδρέας Προβατάς λίγο πριν ξεψυχήσει έδωσε στον πατέρα της οικογένειας, Ιωάννη Μπρίγκου το πορτοφόλι του. Και του είπε: «Γιάννη πάρε το πορτοφόλι και την ξυριστική μου μηχανή. Εμένα δε μου χρειάζονται πια. Αν κάποτε βρεις τους δικούς μου, να τους τα δώσεις για να με θυμούνται.»

Στο πορτοφόλι ήταν γραμμένα τα ονόματα των υπόλοιπων στρατιωτών. Χάρη στο οποίο διασώθηκε η ταυτότητα τους και οι θαμμένοι στρατιώτες στην αυλή της Ερμιόνης Μπρίγκου δεν είναι άγνωστοι. Παναγιώτης Αλογογιάννης, Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλας, Νικόλαος Κτημαδάκης, Κέρκης Μοραΐτης.

Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Χότζα, το 1991 ο πατέρας της ήρθε στην Αθήνα για να εκπληρώσει την επιθυμία του Ανδρέα. Για να βρει τους συγγενείς του αλλά και των υπόλοιπων έξι ηρώων πεσόντων. Ταξίδεψε στην Πελοπόννησο, έφτασε μέχρι και τον Πόρο Τροιζηνίας αλλά όμως χωρίς αποτέλεσμα.

Πάνω από τους τάφους, ο πατέρας της κ. Ερμιόνης προνόησε να φυτέψει αχλαδιές για να μην πατάει κανείς στα πρόχειρα μνήματα. Αλλά και για να μη δίνουν στόχο στον εχθρό. Με την επικράτηση του καθεστώτος Χότζα, ο πατέρας της έσπειρε κουκιά σε όλο το χωράφι. Οι τάφοι κρύφτηκαν και η οικογένεια κράτησε «επτασφράγιστο» το μυστικό της.

Η κ. Ερμιόνη τους φροντίζει σαν δικά της παιδιά και προσεύχεται για αυτούς. Κάθε μέρα ανάβει ένα κερί στη μνήμη τους. Τους αφήνει λίγα λουλούδια και εύχεται να μεγαλώσει γρήγορα η μυρτιά «για να έχουν δροσιά και ίσκιο τα παλικάρια μας».

Ο πατέρας της Ερμιόνης Μπρίγκου δεν μαρτύρησε ποτέ τον τόπο ταφής των Ελλήνων μαχητών στο καθεστώς Χότζα. Η κόρη του συνεχίζει.

Η γυναίκα δεν πρόδωσε τον όρκο του πατέρα της

Παρά τους διωγμούς από το αυταρχικό καθεστώς του Χότζα και τις συνεχείς απειλές από την αστυνομία, δεν πρόδωσε ποτέ τον όρκο του πατέρα της. Φύλαξε μαζί με την οικογένεια της καλά κρυμμένο το μεγάλο μυστικό. «Δείξε μας σε ποιο μέρος έχεις θαμμένους τους Έλληνες να έρθουμε να τους βγάλουμε να τους πετάξουμε». Απειλούσε η αστυνομία τον Ιωάννη Μπρίγκο αλλά αυτός δε μαρτύρησε ποτέ.

Βασανιστήρια, εξορία και πολύχρονη φυλάκιση δεν τον λύγισαν. «Τον έδεσαν με ένα σύρμα με αγκάθια σαν αγκυλωτό στεφάνι. Του έσφιγγαν τα χέρια και το κεφάλι αλλά αυτός δε λιποψύχησε ποτέ. Μη τους προδώσετε ούτε εσείς», έλεγε στην οικογένειά του.

Η αστυνομία ήρθε πολλές φορές και απείλησε την κόρη του με φυλάκιση. «Κάποιος θα βρεθεί να με βγάλει από τη φυλακή, αλλά και κανείς να μη βρεθεί, δεν με ενοχλεί. Εγώ τους νεκρούς μου δεν θα τους προδώσω, δεν θα πατήσω τον όρκο του πατέρα μου», έλεγε η γυναίκα.

Μετά το τέλος του πολέμου, το 1945 έγιναν εκλογές στη Χειμάρρα. Η οικογένεια Μπρίγκου δεν ψήφισε όπως και πολλές ελληνικές οικογένειες της περιοχής. Η τιμωρία του Χότζα ήταν για μία ακόμη φορά η εξορία. «Μας εξόρισαν 5 χρόνια από το σπίτι. Μας διώξανε τη νύχτα, μας φέρθηκαν σαν τα σκυλιά. Μας πήγανε σε μία σπηλιά και μας άφησαν εκεί 15 μέρες» θυμάται η Ερμιόνη Μπρίγκου.

Η γυναίκα δεν πρόδωσε ποτέ τον όρκο του πατέρα της και κράτησε το μυστικό με τους τάφους. Στην αυλή της βρίσκονται θαμμένοι οι 6 ήρωες του ‘40. Που έπεσαν μαχόμενοι στην ιταλική εισβολή. Την μνήμη τους υπερασπίζεται η οικογένεια Μπρίγκου στην Χειμάρρα κόντρα στις πιέσεις και τις αφάνταστες δυσκολίες.

Στην Αλβανία σκοτώθηκαν 13 χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες. Από αυτούς οι οκτώ χιλιάδες παραμένουν ακόμα άταφοι ή προσωρινά θαμμένοι. Μετά την συμφωνία Ελλάδας και Αλβανίας έχει ξεκινήσει πρόγραμμα εντοπισμού και περισυλλογής των πεσόντων σε διάφορα σημεία όπου έχουν υποδειχθεί από ντόπιους.