Πέθανε στα 63 της χρόνια η ηθοποιός που συμμετείχε σε 12 ελληνικές ταινίες και άφησε πίσω της μια βαριά, συγκλονιστική ιστορία ζωής, γεμάτη δόξα αλλά και αβάσταχτο πόνο.
Η Μαίρη Λαλοπούλου υπήρξε μια σπουδαία μορφή του ελληνικού κινηματογράφου. Υπέρταλαντούχα και ταυτόχρονα γοητευτική παρουσία, έγραψε τη δική της ξεχωριστή πορεία, παρότι εμφανίστηκε μόλις σε δώδεκα ταινίες.
Η Μαίρη Λαλοπούλου υπήρξε μία ηθοποιός, πού καθιερώθηκε ως μία ντάμα της σκηνής και της οθόνης. Επίσης υπήρξε μία ηρωίδα της εθνικής αντίστασης, που πλήρωσε βαρύ τίμημα και αυτή και η οικογενεια της.
Οι περισσότεροι, ωστόσο, τη θυμούνται από τον ρόλο της στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου “Τζένη Τζένη”, όπου ως κυρία Κασσανδρή ρωτούσε με τον δικό της μοναδικό τρόπο: “Τρεις γάμοι είναι πολλοί σε μια σεζόν;”.
Ποια ήταν πραγματικά η Μαίρη Λαλοπούλου;
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Πρωτοπάτησε στο θεατρικό σανίδι το 1949, ενώ στον κινηματογράφο έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1952, στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου “Ένα Βότσαλο στη Λίμνη”.
Στο θέατρο συνεργάστηκε με μεγάλες μορφές, όπως ο Κώστας Μουσούρης, η Έλλη Λαμπέτη, η Κυβέλη και ο Γιώργος Παππάς. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η παρουσία της στο ΚΘΒΕ το 1970, όταν πρωταγωνίστησε στο “Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας” του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.
Για τη Μαίρη Λαλοπούλου ο κινηματογράφος ήταν κυρίως ένας τρόπος βιοπορισμού, όπως συνέβαινε για πολλούς ηθοποιούς του θεάτρου εκείνης της εποχής. Συμμετείχε συνολικά σε 12 ταινίες, με πιο σημαντικές τις τέσσερις παραγωγές της Φίνος Φιλμ: “Τζένη – Τζένη”, “Οι Κυρίες της Αυλής”, “Νύχτα Γάμου” και “Επαναστάτης Ποπολάρος”.
Μαζί με τους Κώστα Πρέκα, Ελένη Προκοπίου, Ντίνο Ηλιόπουλο και Κατερίνα Γιουλάκη στην ταινία “Οι Κυρίες της Αυλής”.
Η δράση στην αντίσταση και η σύλληψη
Η Μαίρη Λαλοπούλου ήταν μέλος της ΕΠΟΝ, όπως και τα τρία αδέλφια της. Στις 24 Ιουνίου 1944 βρέθηκε με άλλους ΕΠΟΝίτες στο εργοστάσιο της «Ελληνικής Εριουργίας» στον Περισσό, με στόχο να ενημερώσουν τους εργάτες για τις εξελίξεις στο Κάιρο και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των αστικών κομμάτων και του ΕΑΜ για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Η συνάντηση αυτή έμελλε να μετατραπεί σε εφιάλτη.
Οι συγκεντρωμένοι ήταν άοπλοι και δεν περίμεναν επίθεση. Όμως, όπως η ίδια περιέγραψε, η ενέργεια είχε προδοθεί. Μόλις ξεκίνησε η συγκέντρωση, ακούστηκαν πυροβολισμοί και τα Τάγματα Ασφαλείας εισέβαλαν στο εργοστάσιο.
Η ίδια αφηγήθηκε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες:
«Η όλη ενέργεια ήταν προδομένη. Μας άφησαν να προχωρήσουμε σε μια αίθουσα με μηχανήματα και μεγάλες μπάλες από μπαμπάκια, στην οποία είχαν πιάσει δουλειά οι εργάτες. Μόλις ετοιμαζόμαστε να αρχίσουμε, άρχισε το πιστολίδι. Ήταν ήδη μέσα στο εργοστάσιο τα Τάγματα και μπουκάρισαν με τα πιστόλια χτυπώντας μας μέσα στην αίθουσα. Έγινε πανικός, κυρίως από τις εργάτριες. Όλοι άοπλοι. Προσπαθούσαμε να κρυφτούμε πίσω από το μπαμπάκι, αλλά έναν-έναν μας ανακάλυπταν και με κλωτσιές και χτυπήματα στα κεφάλια με τις μπερέτες, μάς έβγαλαν έξω στην αυλή. Σπρωγμένη με κλωτσιές, μ’ έβγαλε και μένα ο Μπέλκας, ένας κόκκινος στα μούτρα, κοντός, ίδιο τέρας. Ο Κωστάκης στην Ελπίδος [το κέντρο βασανιστηρίων της Ειδικής Ασφάλειας, στο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» της οδού Ελπίδος 3] έτρωγε ξύλο όλη μέρα. Δε μαρτύρησε. Άλλωστε κανένας απ’ όσους πέθαναν από το ξύλο ή βασανίστηκαν ολόκληρη εκείνη τη μέρα δε μαρτύρησε. Εκείνος ή μάλλον εκείνη που μαρτύρησε, δεν έφαγε ούτε μία. Δείλιασε και τα ξέρασε όλα, όταν είδε στη Νέα Ιωνία να δέρνουν γυναίκες και άντρες οι Γερμανοί και οι “αιμοχαρείς τσολιάδες”. Και φυσικά την άλλη μέρα ήτανε σπίτι της. Ο Ρέππας δερνόταν ολόκληρη την ημέρα. Νύχτα πια, κάποια στιγμή που η πόρτα του δωματίου που με είχαν, ίσως και επίτηδες, είχε μείνει μισάνοιχτη από έναν ταγματασφαλίτη που βγήκε μετά από “ανάκριση” που μου έκανε, είδα απέναντι την πόρτα του καμπινέ ανοιχτή, και έναν Ρέππα πεσμένο με τα μούτρα στη λεκάνη. Τον έσυραν δυο χαφιέδες σκοτωμένο πια. Τα όργανά του ήταν γεμάτα αίματα και μαύρα. Τα είδα όλα, όπως τα λέω. Αφού με βασάνισε απάνθρωπα η ομάδα βασανιστών της οδού Ελπίδος, ένας από τους βασανιστές μου βούτηξε το χέρι του στο αίμα του κορμιού μου και γλείφοντάς το μου είπε: “Να! κοίτα μωρή, είμαι ο αιμοχαρής τσολιάς και σου πίνω το αίμα”. Μουσκεμένη στο αίμα, με κολλημένα τα ξεσκισμένα ρούχα μου στις ξεσκισμένες σάρκες μου, με μεταφέρανε στις φυλακές Χατζηκώστα. Εκεί είχανε μεταφέρει από την οδό Ελπίδος και την Καλλισθένη Σμπαρούνη-Κύρκου και από διάφορα άλλα αστυνομικά τμήματα πολλές άλλες κοπέλες χτυπημένες».
Οι πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ
Η Μαίρη Λαλοπούλου κατάφερε να επιζήσει. Όμως το τραύμα έμεινε βαθιά χαραγμένο μέσα της. Σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός της, η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν την άφησε ποτέ πραγματικά να ησυχάσει και της προκαλούσε κατά καιρούς σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.
Και η οικογένειά της, όμως, πλήρωσε βαρύ τίμημα. Η μία αδελφή της πέθανε μόλις στα 22 της χρόνια, εξαντλημένη από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Η άλλη συνελήφθη σε ηλικία 15 ετών και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, από όπου τελικά επέζησε. Ο αδελφός της εξορίστηκε.














