Ο θάνατος του Μπάμπη Τσετίνη σε ηλικία 66 ετών, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας, έφερε ξανά στο προσκήνιο μια διαδρομή που άφησε βαθύ αποτύπωμα στο λαϊκό τραγούδι, χωρίς ποτέ να συνοδευτεί από εκκωφαντική προβολή. Πρόκειται για μια φωνή γνώριμη σε όλους, ακόμη κι αν το όνομά της έμεινε συχνά μακριά από τα πρωτοσέλιδα.

Ένας λαϊκός τραγουδιστής μακριά από τα φώτα
Ο Μπάμπης Τσετίνης υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα καλλιτέχνη που προτίμησε το τραγούδι από το «φαίνεσθαι». Παρότι τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές όπως το «Στην υγειά μας» και το «Κοίτα τι έκανες», η παρουσία του παρέμεινε διακριτική, τόσο λόγω της κατάστασης της υγείας του όσο και λόγω της προσωπικής του στάσης απέναντι στη δημοσιότητα.
Η είδηση της απώλειάς του πέρασε σχετικά χαμηλά, χωρίς εκτενή αφιερώματα, γεγονός που αντικατοπτρίζει και τη συνολική του πορεία. Ωστόσο, όσοι γνώριζαν τη διαδρομή του δεν έκρυψαν τη συγκίνησή τους, όχι μόνο για τον θάνατό του, αλλά και για τη φωνή με τον χαρακτηριστικό λαϊκό λυγμό, που συνόδευσε γενιές ακροατών. Ο ίδιος αντιμετώπιζε συχνά με αυτοσαρκασμό την πορεία του, δηλώνοντας σε συνέντευξή του στον Χρήστο Παπαδόπουλο ότι «Αυτοί ήταν πιο έξυπνοι από μένα», αναφερόμενος σε καλλιτέχνες που κατάφεραν να μείνουν πιο έντονα στη συλλογική μνήμη.
Η σχέση με τον Καζαντζίδη και τα πρώτα βήματα
Σχεδόν κάθε αναφορά στον Μπάμπη Τσετίνη συνοδεύεται από το όνομα του Στέλιος Καζαντζίδης, συχνά μέσα από σενάρια περί ανταγωνισμού. Ο ίδιος, ωστόσο, είχε ξεκαθαρίσει: «Με τον Καζαντζίδη ήμασταν φίλοι και μου είχε πει πολλές φορές πόσο του άρεσε η φωνή μου». Αντί να θεωρεί ότι τον επισκίασε, πίστευε πως η κυριαρχία του Καζαντζίδη άνοιξε δρόμο και για άλλους λαϊκούς τραγουδιστές.

Γεννημένος στη Δράμα και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, ο Τσετίνης ανέβηκε στο πάλκο σχεδόν ανήλικος. Το 1958 κατέβηκε στην Αθήνα και εμφανίστηκε στο κέντρο «Ρομάντικα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, δίπλα στον Άκης Πάνου. Εκεί στάθηκε πλάι σε μορφές όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Πέτρος Αναγνωστάκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ενώ την ίδια περίοδο ξεκινούσε και ο Στράτος Διονυσίου.
Δισκογραφία, συνεργασίες και χαμένες ευκαιρίες
Η πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση ήρθε με το «Το κορίτσι μου χορεύει», ενώ ακολούθησαν τραγούδια που άφησαν έντονο στίγμα, όπως το «Ο βρεγμένος βροχή δεν φοβάται», το «Ίσως», το «Μπορεί», η «Αμφιβολία», το «Κι ενώ το ήξερα», το «Στο παλιό το μονοπάτι», το «Ό,τι αρχίζει ωραίο», το «Με ποιο δικαίωμα», το «Να χαρείς τα μάτια σου, καλέ» και το «Η φτωχολογιά θα ζήσει». Συνολικά ηχογράφησε περίπου 200 τραγούδια.
Συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς, όπως ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιώργος Μητσάκης και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Παράλληλα, δεν έκρυβε την πικρία του για τα δισκογραφικά συμβόλαια που τον περιόρισαν οικονομικά και καλλιτεχνικά. Όπως έλεγε, η εταιρεία ωφελήθηκε περισσότερο από εκείνον, ενώ όταν το λαϊκό τραγούδι άλλαξε πορεία, βρέθηκε εκτός χωρίς στήριξη.
Σημαντική χαμένη ευκαιρία υπήρξε και η συνεργασία με τον Μανώλης Χιώτης, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του θανάτου του συνθέτη. Τα καλύτερα οικονομικά χρόνια ήρθαν αργότερα, κυρίως από εμφανίσεις στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αμερική.

Η επιστροφή, η σιωπή και η παρακαταθήκη
Τη δεκαετία του 1980, ο Τσετίνης επανεμφανίστηκε μέσα από σχήματα που αναβίωναν το παλιό λαϊκό, χωρίς νέα δισκογραφία και χωρίς έντονη προβολή. Οι κριτικοί μιλούσαν με θαυμασμό για τη φωνή του, όμως το προσκήνιο ανήκε αλλού. Ο ίδιος παρέμεινε μακριά από δημόσιες σχέσεις, καταλήγοντας σε μικρότερα, οικογενειακά μαγαζιά.
Στη δεκαετία του 1990 ηχογράφησε ένα τραγούδι του Άκη Πάνου και στη συνέχεια αποσύρθηκε ξανά. Τα προβλήματα υγείας επιδεινώθηκαν και το 2005 πραγματοποιήθηκε συναυλία οικονομικής ενίσχυσης. Παρότι τότε τον θυμήθηκαν πολλοί, δεν μπόρεσε να χαρεί αυτή τη στιγμή.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του μιλούσαν πάντα με σεβασμό για το ήθος και τον χαρακτήρα του. Μέχρι τις τελευταίες του εμφανίσεις, η φωνή του παρέμενε όρθια, αποτελώντας μια παρακαταθήκη που αξίζει να ανακαλυφθεί ξανά, ακόμη κι αν δεν συμβαδίζει με τα trends της εποχής.






