Enimerotiko.gr
Lifestyle

Βλάσσης Μπονάτσος: Ο συγκάτοικος Ψινάκης, οι αξέχαστες ατάκες και το αυτοάνοσο που του στέρησε τη ζωή το 2004

Ο Βλάσσης Μπονάτσος γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1949. Η καταγωγή του ήταν από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η μητέρα του καθηγήτρια πιάνου.

Της: Έπη Τρίμη

Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Τάκη Μπονάτσο ο οποίος γεννήθηκε το 1944. Βρισκόμαστε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 60, όταν στα εφηβικά του χρόνια ο Βλάσσης Μπονάτσος δημιούργησε το μουσικό συγκρότημα «loubok». Λίγα χρόνια αργότερα φεύγει με προορισμό το Λονδίνο όπου και θα πραγματοποιήσει τις σπουδές του πάνω στην υποκριτική.

Ο Βλάσσης Μπονάτσος έκανε μόνο έναν γάμο με τη Μάρθα Κουτουμάνου -κόρη της ηθοποιού Ζωής Λάσκαρη -και απέκτησαν τη μοναχοκόρη τους Ζένια.

Ο αιώνιος έφηβος της ελληνικής ροκ

“Φοβερή περίπτωση», «φοβερό», «τρομερό», «πάρα πολύ ωραίο» είναι κάποιες από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες που χρησιμοποιούσε και έμειναν στην ιστορία, μετά τα ξημερώματα της 14ης Οκτωβρίου 2004 όταν ο Βλάσσης Μπονάτσος πέρασε στην αιωνιότητα.

Από τις μεγαλύτερες τηλεοπτικές του επιτυχίες του Βλάση Μπονάτσου ήταν «Οι Απαράδεκτοι», μαζί με τον Γιάννη Μπέζο, τον Σπύρο Παπαδόπουλο και τη Δήμητρα Παπαδοπούλου. Επίσης, ήταν ο πρώτος Έλληνας που παρουσίασε τηλεοπτικές φάρσες σε επώνυμους, ανοίγοντας το δρόμο σ’ ένα πολύ δημοφιλές είδος ψυχαγωγικής εκπομπής. Ασχολήθηκε, ακόμα, με τηλεπαιχνίδια και τηλεοπτικά σόου.

Το συγκρότημα “Πελόμα Μποκίου”

Ο Βλάσσης Μπονάτσος δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της ψυχεδελικής νεολαίας της τότε εποχής με όνομα Πελόμα Μποκίου. Οι ιδρυτές του εμπνεύστηκαν το όνομά τους από τις συλλαβές των επιθέτων τους (δηλ. Δαπέρης, Λογοθέτης, Μαρινάκης, Μπονάτσης και Κιουρκτσόγλου). Η μεγάλη αναγνώριση του εν λόγω συγκροτήματος ξεκινάει το 1971 και συγκεκριμένα στις 22 Ιανουαρίου, όταν το περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ,  δημοσιεύει την επιστολή ενός αναγνώστη.

“Τυχαία έπεσε στα χέρια μου ένα τεύχος του περιοδικού Rolling Stones και διάβασα ένα άρθρο του για την ελληνική ποπ, και τον Σαββόπουλο και τους ΠΕΛΟΜΑ ΜΠΟΚΙΟΥ….Ποιοι είναι αυτοί; …αν όντως υπάρχει αυτό το γκρουπ και δεν το ξέρουμε εμείς και το ξέρουν οι ξένοι καλύτερα από εμάς, είμαστε άξιοι συλλυπητηρίων…»(Ιωάννης Στασινόπουλος. Επιστολή στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, Ιαν 1971)

Τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, εντοπίζουν το συγκρότημα και δημοσιεύουν συνέντευξή τους. Έκτοτε η φήμη τους εκτοξεύεται.

“Αφήστε μας να παίξουμε δύο τραγούδια και θα πούμε και τον εθνικό ύμνο”

Κατά τη διάρκεια μίας συναυλίας των Πολέμα Μποκιού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Βλάσσης Μπονάτσος δεν δίστασε να απαντήσει σε έναν αστυνομικό που πήγε να διακόψει τη συναυλία τους. Ο Βλάσσης ζήτησε να τους επιτρέψει να πουν άλλα δύο τραγούδια προκειμένου να ολοκληρώσουν τη συναυλία και να μπορέσουν να πληρωθούν, για να γλιτώσουν το ξύλο από τους πατεράδες τους. “Μέχρι και τον εθνικό ύμνο θα παίξουμε αν θέλετε”. Η συναυλία κράτησε άλλα 25 λεπτά.

Ο θυελλώδης έρωτας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη

Ο Βλάσσης Μπονάτσος και η Αλίκη Βουγιουκλάκη γνωρίστηκαν το 1981 με αφορμή την παράσταση “Εβίτα”. Ο ρόλος του Τσε Γκε Βάρα σύμφωνα με τον σκηνοθέτη έπρεπε δικαιωματικά να δοθεί στον Μπονάτσο.

Έτσι η συνεργασία στη σκηνή γέννησε έναν μεγάλο έρωτα. Στην πρεμιέρα της παράστασης, όπως ομολόγησε αργότερα η Βουγιουκλάκη, στο τέλος της παράστασης στην υπόκλιση ο Βλάσσης  Μπονάτσος δέχτηκε περισσότερο χειροκρότημα από εκείνη. Όπως ομολόγησε και η ίδια πρώτη φορά στη ζωή τη δέχτηκε λιγότερο χειροκρότημα.

Η σχέση τους άρχισε λίγους μήνες μετά. Όπως παραδέχθηκε ο Βλάσσης Μπονάτσος, στην αρχή ήταν λίγο αυταρχική και εγωίστρια καθώς είχε συνηθίσει να επιβάλλεται στην προσωπική της ζωή όπως έκανε και στη δουλειά, όμως με τον καιρό άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά προς τον κόσμο, έτσι η σχέση τους κράτησε 5,5 χρόνια.

Λίγο καιρό μετά τον χωρισμό του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Βλάσσης Μπονάτσος έμενε σπίτι του Ηλία Ψινάκη. Πολλές λοιπόν από τις ατάκες της σειράς  “Απαράδεκτοι” από τους διαλόγους του Βλάσση και του Γιάννη Μπέζου τους είχε γράψει ο ίδιος και ήταν εμπνευσμένες από την συγκατοίκηση του ηθοποιού με τον Ηλία Ψινάκη.

Ο θάνατος του Βλάσση Μπονάτσου  και τα λόγια της κόρης του Ζένιας Μπονάτσου

Ο Βλάσσης Μπονάτσος  έπασχε από κληρονομικό αγγειοοίδημα. Σύμφωνα με το ιατρικό ανακοινωθέν ο θάνατός του οφείλεται σε αποφρακτική οιδηματώδη λαρυγγίτιδα. Για τον θάνατο του Βλάσση Μπονάτσου ακούστηκαν πολλά.

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως, προκαλούν τα λόγια της κόρης του σε συνέντευξή της στον Γρηγόρη Αρναούτογλου, στο “The tonight show”. «Με είχε πειράξει που ανέφεραν για τον πατέρα μου διάφορα.

Για τις ουσίες, ότι παράτησε την οικογένεια του από επιλογή και ότι άφησε ένα παιδί και μια γυναίκα έτσι. Ενώ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ένιωσα την ανάγκη να βγω και να απαντήσω πολλές φορές.Γιατί ο λόγος ήταν καθαρά ένα κληρονομικό αγγειοοίδημα. Είναι αυτοάνοσο νόσημα, σπάνιο. Το έχω και εγώ. Το έχω κληρονομήσει. Έγινε μπροστά μου όταν πέθανε. Δεν έχει σχέση καμία άλλη ουσία», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά η Ζένια.

Μου λείπει πολύ ο μπαμπάς μου

Η Ζένια Μπονάτσου είχε πει για τον Βλάσση Μπονάτσο: “Την έκρηξη που είχε ο πατέρας μου την έχω κι εγώ. Τον θυμάμαι… Θυμάμαι το σφύριγμά του από την ώρα που θα πάρκαρε μέχρι την ώρα που θα έμπαινε στο σπίτι, εγώ τρελαινόμουν και φώναζα “μπαμπά”. Μου λείπει πολύ”. svg%3E

“Θυμάμαι τη μέρα που έφυγε από τη ζωή. Έγιναν όλα μπροστά μου. Τρεις το βράδυ, για κάποιο λόγο είχα ξυπνήσει, η μάνα μου ήταν κρυωμένη και ο μπαμπάς μου έφτιαχνε χαμομήλι και σφύριζε. Για κάποιο λόγο, εκεί που με πείραζε και μου τραγουδούσε, κάτι με πιάνει και φεύγω και πάω στο δωμάτιο της μαμάς μου και της λέω «μαμά, ο μπαμπάς δεν είναι καλά, θα πεθάνει». Δεν είχε συμβεί κάτι. Αφού φέρνει το χαμομήλι και είμαστε στο κρεβάτι, αρχίζει να μην μπορεί να αναπνεύσει και φωνάζει «Μάρθα, Μάρθα». Δεν ανέπνεε, κουτούλαγε από τοίχο σε τοίχο, λιποθύμησε έξω από το δωμάτιό μου… Εγώ προσπαθούσα να του δώσω το φιλί της ζωής, ό,τι μπορούσα. Ήμουν επτά χρονών, η μάνα μου πήρε να έρθει ασθενοφόρο. Ο πατέρας μου είχε κληρονομικό αγγειοοίδημα, το οποίο έχω κληρονομήσει.“Συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου δεν ζει όταν τον είδα στο ψυγείο νεκρό και τελευταία φορά όταν τον είδα στην κηδεία”.