Ο Παύλος Λιάρος υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικά πρόσωπα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, έχοντας συνδέσει το όνομά του με αρκετές γνωστές ταινίες. Στα νεανικά του χρόνια χαρακτηρίστηκε «ζεν πρεμιέ» και θεωρήθηκε ένας από τους πιο γοητευτικούς πρωταγωνιστές της εποχής, κερδίζοντας το ενδιαφέρον του γυναικείου κοινού.
Για πολλούς, ωστόσο, έχει μείνει αξέχαστος ως ο κινηματογραφικός «γιος» του Λάμπρου Κωνσταντάρα, ιδιαίτερα μέσα από την ταινία «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι».
Στην ταινία «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», ο Παύλος Λιάρος υποδύθηκε τον Κίμωνα Πετρόχειλο, τον μεγαλύτερο γιο του χαρακτήρα που υποδυόταν ο Λάμπρος Κωνσταντάρας.
Ο Κίμων ήταν φοιτητής Ιατρικής, όμως δεν έδειχνε ιδιαίτερα πρόθυμος να αφοσιωθεί στις σπουδές του. Αντίθετα, προτιμούσε να κοιμάται παρά να πηγαίνει στη σχολή του, αποτελώντας έναν από τους χαρακτηριστικούς κωμικούς ρόλους της ταινίας.
Η συγκεκριμένη συνεργασία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα έμελλε να συνδέσει για πάντα τον Παύλο Λιάρο με τον σπουδαίο ηθοποιό, παρότι η καριέρα του περιλάμβανε πολλές ακόμη συμμετοχές στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Ο Παύλος Λιάρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943 και σπούδασε υποκριτική στη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη.
Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε το 1963, όταν πήρε τον ρόλο του Ηλία στην ταινία «Το κάθαρμα», σε σκηνοθεσία του Νίκου Φώσκολου.
Ακολούθησαν πολλές συμμετοχές σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων οι:
Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Παύλος Λιάρος συμμετείχε και σε ταινίες που βασίζονταν σε ιστορικά γεγονότα, όπως το «Υποβρύχιον Παπανικολής» και τα «Καλάβρυτα 1821».
Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή σεναρίων. Υπήρξε σεναριογράφος στις ταινίες «Βρώμικες κυρίες», «Κολασμένες ψυχές στα δίχτυα της ηδονής» και «Η μεγάλη απόφαση».
Η τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1979, στην ταινία «Τζακ ο καβαλάρης».
Ο Παύλος Λιάρος δεν περιορίστηκε στον κινηματογράφο. Εργάστηκε και σε τηλεοπτικές παραγωγές της ΥΕΝΕΔ, συμμετέχοντας, μεταξύ άλλων, στις σειρές «Λέσχη μυστηρίου: Επικίνδυνη νύχτα», «Οι προστάτες του νόμου», «Ποιος είναι ο ένοχος» και «Υποψίες».
Κατά τη δεκαετία του 1980 πέρασε και πίσω από την κάμερα, σκηνοθετώντας ορισμένες βιντεοταινίες και ντοκιμαντέρ.
Ο ίδιος έχει μιλήσει στο παρελθόν για τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, αποκαλύπτοντας ότι προερχόταν από μια φτωχή αλλά τίμια οικογένεια και πως οι γονείς του δεν ήθελαν αρχικά να ακολουθήσει το επάγγελμα του ηθοποιού.
Ήταν μοναχοπαίδι και, όπως έχει περιγράψει, ο πατέρας και η μητέρα του φοβούνταν για την επιλογή του. Μεγάλωσε στου Ψυρρή και χαρακτήριζε τον εαυτό του ιδιαίτερα ατίθασο στα νεανικά του χρόνια.
Μάλιστα, είχε αναφέρει πως ο πατέρας του τον μάλωνε και τον τιμωρούσε συχνά, ενώ ο ίδιος ήταν καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερο διάβασμα.
Στην εφηβεία του, ο Παύλος Λιάρος ασχολούνταν έντονα με το ροκ εν ρολ και είχε μεγάλη απήχηση στα κορίτσια της εποχής.
Όπως έχει διηγηθεί, όταν έφευγε από τα κλαμπ, συχνά είχε μαζί του αρκετά τηλεφωνικά νούμερα από κοπέλες που τον είχαν προσέξει.
Εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν ο Κακκαβάς και ο Μπάρκουλης. Βλέποντας τους δύο ηθοποιούς, ο νεαρός τότε Λιάρος σκέφτηκε πως δεν ήταν λιγότερο γοητευτικός από εκείνους και αποφάσισε ότι θα γίνει ηθοποιός. Όπως έχει πει ο ίδιος, κάπως έτσι «ψωνίστηκε» με τον κινηματογράφο.
Ο Παύλος Λιάρος συνεχίζει να αποτελεί μια χαρακτηριστική παρουσία της γενιάς των ηθοποιών που έγραψαν τη δική τους ιστορία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο.
Η εικόνα του ως του γοητευτικού νεαρού πρωταγωνιστή και, κυρίως, ως του κινηματογραφικού γιου του Λάμπρου Κωνσταντάρα, παραμένει ζωντανή μέσα από τις ταινίες που εξακολουθούν να προβάλλονται μέχρι σήμερα.