Enimerotiko.gr
Αθλητικά

Κάχι Καχιασβίλι: Τα 3 χρυσά στους Ολυμπιακούς, η ευγνωμοσύνη στην Ελλάδα, το “όχι” στα αναβολικά και ο φόβος

Συμπληρώθηκαν 24 χρόνια από τη μεγάλη επιτυχία του Κάχι Καχιασβίλι στην άρση βαρών, που θριάμβευσε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα και φόρεσε το χρυσό μετάλλιο στο στήθος του!

Της: Έπη Τρίμη

Ο Καχιασβίλι γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου το 1969 στην πόλη Τσχινβάλι της Σοβιετικής Ένωσης, από Γεωργιανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Το 1992 έγινε ο πρώτος χρυσός Ολυμπιονίκης του νεοσύστατου τότε κράτους της Γεωργίας, αγωνιζόμενος με την Ενωμένη Ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Το 1994 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, χώρα καταγωγής της μητέρας του. Σύντομα βρέθηκε στο δυναμικό του αθλητικού σωματείο του Μίλωνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Τιφλίδας και είναι αξιωματικός της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Έχει ύψος 1,78μ.

Ο Κάχι (Ακάκιος) Καχιασβίλι είναι βετεράνος αθλητής της άρσης βαρών. Αναδείχθηκε τρεις φορές χρυσός Ολυμπιονίκης και είναι ένας από τους τέσσερις αρσιβαρίστες στην ιστορία του αθλήματος που το έχει επιτύχει.Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγες μέρες νωρίτερα, στη χαμηλότερη κατηγορία της άρσης βαρών, το χρυσό μετάλλιο κατακτά και ο Πύρρος Δήμας.

Τα χρυσά μετάλλια

Ο Κάχι Καχιασβίλι έχει μια πλούσια καριέρα με παγκόσμια ρεκόρ σε ζετέ (3) και αρασέ (2) και άλλα δύο στο σύνολο και κατακτήσεις χρυσών μεταλλίων σε Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Πήρε μέρος τέσσερις φορές σε Ολυμπιακούς Αγώνες κατακτώντας τρία χρυσά μετάλλια. Στην τελευταία του συμμετοχή στους Ολυμπιακούς της Αθήνας δεν κατάφερε να κατακτήσει μετάλλιο, καθώς προερχόταν από αρκετούς τραυματισμούς και έτσι αρκέστηκε στην 5η θέση. Του έχει αποδοθεί το παρατσούκλι «κλαρκ», όπως το μηχάνημα που σηκώνει βάρη.

Ο μικρός Κάχι, που έγινε Ακάκιος στην Ελλάδα, είχε μόλις «πατήσει» τα δώδεκα

Η ιδέα να ασχοληθεί με την άρση βαρών τού καρφώθηκε στο μυαλό, ακούγοντας τον «προφέσορ Ιβάν» να του απαριθμεί τα επιχειρήματά του, προκειμένου να τον πείσει. «Θα γίνεις πιο δυνατός», του είπε και όλα τα υπόλοιπα τα πήρε ο άνεμος… Ο 12χρονος πιτσιρικάς θεώρησε ότι πρόκειται για πυγμαχία. «Θα γίνω πιο δυνατός.

Θα μάθω μερικά κόλπα και θα πλακώνω και τους 2-3 συμμαθητές μου, που είναι πιο δυνατοί από εμένα», σκέφτηκε, όπως τώρα λέει και η ιστορία τού φέρνει γέλια.

Ο Κάχι Καχιασβίλι ή ο Ακάκιος Καχιασβίλης, όπως έγινε στην Ελλάδα, όπως μας έκανε να θέλουμε να τον αποκαλούμε, βρέθηκε λοιπόν «κάτω από την μπάρα» από σύμπτωση. Ίσως και κατά λάθος, αφού πίστευε τότε ότι επρόκειτο να μάθει πυγμαχία.

Βίαιος και αγροίκος από μικρός ίσως σκεφτείτε, αλλά δεν χρειάζονται περισσότερα από 60 λεπτά για να σχηματίσει κανείς τη σωστή άποψη για τον χρυσό Ολυμπιονίκη. Άνθρωπος ευθύς, ανοιχτός σαν βιβλίο, με χιούμορ και ευαισθησίες.

Μικρός ζωγράφιζε, αλλά δεν συνέχισε αφού ο εγωισμός του δεν έμενε ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα των έργων του. Το γύρισε στη φωτογραφία, όμως η ενασχόληση ήταν ερασιτεχνική. Εύκολα λοιπόν η ευκαιρία του επαγγελματία αρσιβαρίστα σάρωσε όλα τα άλλα. «Ο αθλητισμός σε θέλει κατ’
αποκλειστικότητα», εξηγεί αναφερόμενος στα πρώτα του βήματα.

Τραυματισμοί

«Η μητέρα μου και η γιαγιά μου ιδιαίτερα, γκρίνιαζαν συνέχεια μόλις έμαθαν ότι έκανα άρση βαρών. Φοβόντουσαν τους τραυματισμούς και φώναζαν. Όμως το άθλημα δεν είναι επικίνδυνο, αν έχεις υπομονή. Εγώ δεν είχα και δυστυχώς οι φόβοι τους βγήκαν αληθινοί. Τον πρώτο χρόνο έσπασα και τα δύο χέρια μου! Αλλά, η ευθύνη ήταν δική μου. Από τη μεγάλη μου θέληση για να ξεχωρίσω, για να κάνω
γρήγορα άλματα, φόρτωνα την μπάρα με περισσότερα από τις δυνάμεις μου κιλά. Δεν είχα μάθει όλα τα μυστικά της τεχνικής και το αποτέλεσμα ήταν να βρεθώ με γύψο στα χέρια», εξιστορεί ο Καχιασβίλι.

Η πρώτη επιτυχία

Σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στους Μεσογειακούς του Μπάρι και η περηφάνια δικαιολογημένη.

Η μητέρα του Μαρία, βοηθός γιατρού, και ο πατέρα τους Θωμάς, δάσκαλος στο Τσχίνβαλι, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά ο μικρός είχε πάρει τον δρόμο του. «Ο Γκρικούροφ, που τώρα είναι προπονητής στην Πολωνία όπου πάνε όλοι οι νεαροί Γεωργιανοί που έχουν ταλέντο, πίστευε σε εμένα και με είχε πείσει για τις δυνατότητές μου», θυμάται και συνεχίζει τονίζοντας την πρώτη του διάκριση.
Την πρώτη του επιτυχία, όπως ο ίδιος χρεώνει τον τίτλο του πρωταθλητή στο
σχολικό πρωτάθλημα.

«Την πρώτη φορά σήκωσα 22 κιλά, ενώ ήμουν 40. Μπορεί να ήμουν 12 χρόνων, αλλά τα κιλά αυτά ήταν πολύ λίγα. Με τέτοια κιλά δεν μπορείς να φανταστείς ότι θα φθάσεις ψηλά και το κυριότερο να κρατηθείς στην κορυφή. Έκανα πολύ προπόνηση και έπειτα από 1-2 χρόνια όλοι κατάλαβαν ότι μπορούσα να γίνω αρσιβαρίστας μεγάλων αγώνων. Η πρώτη μου νίκη, έστω και αν ήταν στο σχολείο, μου έδωσε
μεγαλύτερο κουράγιο. Ήταν απλά ένα χαρτί που έγραφε με κόκκινα γράμματα το όνομά μου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ και δεν πρόκειται ποτέ να το χάσω. Όπως άλλωστε όλα τα πράγματα που έχω από τους αγώνες.

Μετάλλια, αναμνηστικά διπλώματα, φόρμες, ρούχα, παπούτσια, κάλτσες. Τα πάντα. Αυτή είναι η ιστορία
κάθε αθλητή και όλα αυτά θα μου θυμίζουν κάθε της σελίδα, όταν κατέβω από το πλατό».

Φοβάμαι το άγνωστο

Πάνω εκεί, απέναντι στην υπέρβαρη μπάρα που όταν υψώνεται λυγίζει από τα κιλά που φορτώνονται στις άκρες της, ο Καχιασβίλι δείχνει γίγαντας. Όταν άλλοι δεν μπορούν να την κουνήσουν, εκείνος την υψώνει και μένει ακίνητος κάτω από αυτήν, μέχρι να σβήσει η γραμματεία τα φώτα. Αλήθεια, τι να φοβάται αυτό το «θηρίο»;

«Τα πάντα, όπως όλοι οι συνάνθρωποί μου. Μπορεί να σηκώνω 240 κιλά, αλλά είμαι άνθρωπος και εγώ. Και φοβάμαι ό,τι φοβάται ο καθένας μας. Πιστεύω ότι το έχω φιλοσοφήσει, όπως πολλά πράγματα. Ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο, γιατί δεν ξέρει τι υπάρχει μετά. Φοβάται το σκοτάδι, γιατί δεν μπορεί να διακρίνει τι υπάρχει γύρω του. Με λίγα λόγια, φοβάται το άγνωστο.

Το ίδιο ισχύει και για έμενα. Όποιος πει ότι δεν φοβάται τίποτα, λέει ψέματα», λέει αυθόρμητα ο Καχιασβίλι, που έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τους προληπτικούς που ολοένα αυξάνονται στον αθλητισμό. Τα γούρια και τα χούγια άλλωστε… διαφημίζονται και από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων.

Οικογένεια

Η κυρία Μαρία δεν διστάζει ο Κάχι να ομολογήσει ότι τον πιέζει τελευταίως να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. «Το θέλω και εγώ, αλλά νομίζω ότι δεν έχει τύχει ακόμη. Μάλιστα, φοβάμαι λίγο. Έχω την εντύπωση ότι πολλές φόρες κάποιοι σε πλησιάζουν, επειδή είσαι προβεβλημένος. Επειδή έχεις επιτυχίες και ανήκεις στους διάσημους», απαντάει και συνεχίζει: «Η μητέρα μου, όταν ήταν στην ηλικία μου, είχε εμένα σε ηλικία 10 χρόνων. Μου το τονίζει συνέχεια, δεν με πήραν πάντως και τα χρόνια…».

Την αγάπη του προς το παρόν την βγάζει στα κατοικίδια ζώα. Τώρα, μετά την Τζούλια τον παπαγάλο και μια φωνακλού μάινα που είχε, συντροφιά τού κάνει ο Μπόμπι. Ένα ευτραφές Λαμπραντόρ, με το οποίο διασκεδάζει παίζοντας.

Εθνικός Ύμνος

Τον σέβομαι και αυτό μετράει.  Η τροπαιοθήκη του Κάχι και πίσω του τρεις σημαίες. Η αστερόεσσα για την Ατλάντα και η γαλανόλευκη με αυτήν της Γεωργίας. Οι δύο πατρίδες του… ΟΣΗ ΔΥΝΑΜΗ χρειάζεται κανείς για να υψώσει 240 κιλά, άλλη τόση χρειάζεται για να απαρνηθεί την πατρίδα όπου γεννήθηκε. Ο Κάχι Καχιασβίλι με αφοπλιστική ευθύτητα εξηγεί ότι βρίσκεται «με δύο πατρίδες».

Ευγνωμονεί την Ελλάδα για όσα του έχει προσφέρει και προσπαθεί να «την ξεχρεώνει με τα μετάλλια που κερδίζει, αλλά και με τα όσα κάνει και θα κάνει στη ζωή του». Τονίζει ότι δεν πρόκειται να κοροϊδέψει ψελλίζοντας τα λόγια του Εθνικού Ύμνου στο βάθρο, αλλά να είστε σίγουροι ότι ξέρει καλύτερα από πολλούς συμπατριώτες μας του στίχους που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός.

«Με ρωτούν αν αισθάνομαι Έλληνας, αλλά είναι δύσκολο να απαντήσω. Ρωτάω απλά τι σημαίνει Έλληνας και εξηγώ σε όλους τη δική μου άποψη. Είναι ο άνθρωπος που ζει στη χώρα αυτή. Την αγαπάει και κάνει πράγματα γι’ αυτήν. Εγώ, λοιπόν, τα τελευταία πέντε χρόνια ζω στην Ελλάδα. Την έχω αγαπήσει και κάνω πράγματα γι’ αυτήν» λέει ο Καχιασβίλι. Δεν κοροϊδεύει, δεν χρησιμοποιεί ψεύτικα λόγια.

Χρωστάω πολλά στην Ελλάδα

«Όταν νίκησα στους πρώτους αγώνες ως αθλητής της Ελλάδας, ήταν στην Πολωνία. Χαιρόμουν που κέρδισα και ήμουν ευτυχής για την Ελλάδα, που μου έδωσε την ευκαιρία να συνεχίσω την καριέρα μου. Στη Γεωργία, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ξεκίνησε η παρακμή των πάντων. Τα υπέροχα αθλητικά κέντρα σιγά σιγά διαλύονταν. Θα χανόμουν ως αθλητής. Έχω ελληνικές ρίζες και έψαξα
τρόπο για να έρθω στην Ελλάδα. Με τη βοήθεια του κ. Σγουρού και του Χρήστου Ιακώβου ξεπεράστηκαν ορισμένα γραφειοκρατικά προβλήματα και ήρθα εδώ. Η Ελλάδα με κράτησε στη ζωή ως αθλητή. Της χρωστάω πολλά και ως αρσιβαρίστας και ως άνθρωπος» λέει ο Κάχι και συνεχίζει: «Ένα μέρος το ξεχρεώνω με τα μετάλλια.

Όμως αισθάνομαι ότι δεν φθάνουν αυτά. Θα συνεχίσω να ξεχρεώνω με τη ζωή μου. Θα προσπαθήσω να είναι τέτοια που θα βοηθήσει, έστω και λίγο, στην πρόοδο τής χώρας».

Στην Πολωνία, στο πρώτο ελληνικό χρυσό μετάλλιο, η στιγμή που βρέθηκε στο βάθρο θα του μείνει αξέχαστη. Ήταν η στιγμή της ανάκρουσης του Εθνικού Ύμνου. «Θα μπορούσα να κουνώ τα χείλη παριστάνοντας ότι ξέρω τα λόγια. Θα ήταν σωστό; Θα ήθελε κανείς να το έκανα; Θέλω να πιστεύω πως όχι. Έχω διαβάσει ολόκληρο τον Εθνικό Ύμνο. Είναι ο μεγαλύτερος που υπάρχει στον κόσμο και είναι
υπέροχος. Ο ποιητής λέει υπέροχα πράγματα. Μπορεί να μην είμαι σε θέση να τον τραγουδήσω, αλλά τον σέβομαι και νομίζω ότι αυτό είναι που μετράει περισσότερο. Τι νιώθει κανείς μέσα του και όχι τι δείχνει.

Τα λίγα λόγια που είπα στην Ολυμπιάδα, τα αισθανόμουν και για αυτό τα είπα…», εξηγεί ο χρυσός Ολυμπιονίκης που δεν ξεχνά και τη Γεωργία.

Ντόμπινγκ – Ο μεγαλύτερος εχθρός του αθλητισμού

Η Άρση Βαρών έχει βρεθεί πολλές φορές στη σκιά του ντόπινγκ. Τα υπονοούμενα για το άθλημα των δυνατών, δίνουν και παίρνουν. Ο Καχιασβίλι εξοργίζεται με τις συνεχείς κατηγορίες για το άθλημά του, αλλά δεν κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του. «Αναβολικά υπάρχουν παντού. Όμως είναι άδικο να κατηγορούν μόνο την άρση βαρών. Στην πολιτική, λένε ότι υπάρχουν “βρώμικοι” πολιτικοί. Δεν ξεχωρίζουν κόμματα και μιλούν γενικά. Το ίδιο ισχύει και στον αθλητισμό. Υπάρχουν “βρώμικοι” σε όλα τα αθλήματα», υποστηρίζει ο 30χρόνος αρσιβαρίστας, που δείχνει να τον «πνίγει» η αδικία. Ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος, με τις υποσχέσεις που προσφέρουν για εφήμερες επιτυχίες οι απαγορευμένες ουσίες, σε ηλικία 17 χρονών.

«Μου είπε κάποιος ότι θα με βοηθήσουν. “Δεν θα σου κάνουν κακό. Έχουν πάρει και άλλοι και για αυτό έγιναν πρωταθλητές”, μου έλεγε, αλλά αρνήθηκα. Σκέφτηκα ότι μπορεί σήμερα να γίνω πιο δυνατός αλλά αύριο θα μου έκαναν σίγουρα ζημιά. Αν έπαιρνα αναβολικά δεν θα άντεχα 15 χρόνια στην κορυφή. Ότι δεν παίρνω, όπως και τα άλλα παιδιά που είμαστε εδώ στα Χανιά, φαίνεται από την υγεία μας και τη διάρκεια που έχουμε στις επιτυχίες», τονίζει και δεν διστάζει να χαρακτηρίζει το ντόπινγκ ως τον μεγαλύτερο εχθρό του αθλητισμού. «Αν δεν το κυνηγήσουν ο αθλητισμός θα καταστραφεί. Θα καταστραφούν άνθρωποι γιατί προκαλούν μεγάλες βλάβες στον οργανισμό. Θα χαθεί κάθε ιδεώδες στον αθλητισμό», εξηγεί και σημειώνει. «Δεν μπορείς να ανταγωνιστείς εύκολα τον αθλητή που είναι ντοπαρισμένος.

Κάνει πράγματα που είναι έξω από τις δυνατότητές του. Εμείς κάνουμε χρήση βοηθητικών ουσιών, που είναι συμπληρώματα. Καθαρές ουσίες. Βιταμίνες και μερικά παυσίπονα για τους πόνους από τη σκληρή προπόνηση».

Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά από το τέλος της καριέρας του, δεν θυμίζει και πολύ τον αθλητή που μεσουρανούσε στην άρση βαρών.

Είναι εμφανώς αδυνατισμένος και με λιγότερα μαλλιά στο κεφάλι του. Αλλά έχει πάντοτε εκείνο το ζεστό χαμόγελο, που έκανε όλους τους Έλληνες να τον αγκαλιάσουν…