Enimerotiko.gr
Αθλητικά

Ο Έλληνας υπεραθλητής, η ξαφνική εγκατάλειψη μιας σπουδαίας καριέρας και το πρόωρο τέλος στα 52 του χρόνια

Ο Θανάσης Καλογιάννης ήταν από τους ελάχιστους Έλληνες αθλητές στον στίβο που μπορούσαν να τα βάλουν με τον διεθνή ανταγωνισμό, όταν ακόμη ο κλασικός αθλητισμός στην Ελλάδα δεν ήταν διαδεδομένος και οι μεγάλες επιτυχίες του Χρήστου Παπανικολάου και του Βασίλη Παπαγεωργόπουλου αναζητούσαν κληρονόμο.

Πως ξεκίνησε η λαμπρή πορεία του Θ. Καλογιάννη


Πριν την Άννα Βερούλη και τη Σοφία Σακοράφα, οι οποίες έκαναν το 1-3 στο Πανευρωπαϊκό της Αθήνας το 1982, ανέτειλε το άστρο του μεγαλύτερου ίσως ταλέντου στο στίβο στα αγωνίσματα των αποστάσεων.

Όσοι ασχολούνταν με τον κλασικό αθλητισμό και γεννήθηκαν έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, θα θυμούνται ότι ο Θανάσης Καλογιάννης ήταν μια πολύ σπάνια περίπτωση για τα δεδομένα της Ελλάδας.

Η λαμπρή πορεία του ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1982, οπότε κατέρριψε στο βαλκανικό πρωτάθλημα του Βουκουρεστίου το πανελλήνιο ρεκόρ στα 400 μ. σε ηλικία μόλις 16 ετών και 11 μηνών και όσοι τον παρακολούθησαν μιλούσαν για ένα φαινόμενο με δυνατότητες που ξεπερνούσαν τα στενά ελληνικά όρια. Ο νεαρός Βολιώτης αθλητής είχε τερματίσει σε χρόνο 47:07, δυστυχώς, όμως, το πανελλήνιο ρεκόρ δεν αναγνωρίστηκε λόγω ευνοϊκού ανέμου.

Η συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λ. Άντζελες και η ανοδική του πορεία


Αυτό δεν εμπόδισε αφενός τον ελληνικό αθλητικό Τύπο και αφετέρου τον κόσμο του στίβου να κάνουν λόγο για το «γιο του ανέμου».

Θανάσης Καλογιάννης: Έκανε πανελλήνιο ρεκόρ πριν κλείσει τα 19

Δύο χρόνια αργότερα, ο Θανάσης Καλογιάννης, πριν ακόμα κλείσει τα 19, διέλυσε το πανελλήνιο ρεκόρ στα 400 μ. με 45.90 και εξασφάλισε το εισιτήριο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες, με το χρυσό των Βαλκανικών Αγώνων στις αποσκευές του.

Το έτος 1986 κέρδισε το πανελλήνιο ρεκόρ και στα 400 μ. με εμπόδια με 48.88, επίδοση που αν είχε επαναλάβει στο ευρωπαϊκό της Στουτγάρδης θα κατακτούσε το χάλκινο μετάλλιο. Είχε προκριθεί ως τέταρτος στον τελικό, αλλά τερμάτισε 8ος σε αυτόν με 51.83.

Ο Θανάσης Καλογιάννης σε ηλικία 21 ετών, συμπεριλαμβανόταν στους πιο χαρισματικούς Έλληνες αθλητές στο στίβο με τα εμπόδια να τον κερδίζουν. Το 1987 βελτίωσε το ρεκόρ του (48.80) και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στην Πανεπιστημιάδα του Ζάγκρεμπ, ταξιδεύοντας στο Παγκόσμιο της Ρώμης την ίδια χρονιά. Εκεί, λόγω έλλειψης εμπειρίας, τερμάτισε έκτος με 51.94 στην προκριματική σειρά του και αποκλείστηκε. Έχοντας ήδη παραστάσεις από Ολυμπιακούς, Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο μέχρι τα 22 χρόνια του, δεν ήταν μακριά η στιγμή που θα έκανε διαδοχικές σπουδαίες επιδόσεις σε μια μεγάλη διοργάνωση και θα «επαλήθευε» τις προφητείες.

Η άρνησή του να πάρει μέχρι και συμπληρώματα διατροφής


Ο Θανάσης Καλογιάννης όμως δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση αθλητή, ο οποίος θα θυσίαζε τα πάντα για τη δόξα ενός μεταλλίου. Διαβασμένος όσο λίγοι στο στίβο και με ανησυχίες που ξεπερνούσαν τον ορίζοντα ενός κουλουάρ, δεν έγινε ο αθλητής καριέρας που περίμεναν οι άλλοι από αυτόν, καθώς η κουλτούρα και η κοσμοθεωρία του δεν συμβάδιζαν με τη λήψη συμπληρωμάτων διατροφής και όλων των παραπλήσιων, τα οποία δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ.
Επιπλέον, έδρασε σε μια περίοδο που οι χορηγίες και οι οικονομικές διευκολύνσεις δεν είχαν πλησιάσει ακόμα στο κατώφλι του ελληνικού στίβου.

Τον κέρδισε η φωτογραφία

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα γραφτεί στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών, αλλά στην πορεία διαπίστωσε ότι δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μέσα στους τοίχους ενός οδοντιατρείου.
Η ανεπτυγμένη φαντασία που είχε και η καλλιτεχνική φύση του, τον οδήγησαν στη φωτογραφία. Στον στίβο κερδίζει άλλα τρία χρυσά βαλκανικά μετάλλια και μία ακόμα συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες το 1992, αλλά προς το τέλος της δεκαετίας του ’80 φαίνεται ότι δεν έχει το ζήλο να κάνει το επόμενο βήμα, καθώς δεν θέλει να πληρώσει το τίμημα για το «καύσιμο» που θα πρέπει να βάλει στον οργανισμό του.

Σοκάρει η απόφαση της αποχώρησή του από τον στίβο


Το Πανελλήνιο πρωτάθλημα του 1993 είναι το κύκνειο άσμα του. Χωρίς να έχει πει σε κανέναν για την αποχώρηση του, σε ηλικία 28 ετών, ένας από τους πιο περιζήτητους Έλληνες εργένηδες, με παρουσιαστικό που προκαλεί από γκελ έως… αμόκ στο ωραίο φύλο, σοκάρει τον ελληνικό στίβο με την απόφασή του.

Έχοντας ολοκληρώσει την τριετή σχέση του με την Τζένη Μπαλατσινού ένα χρόνο πριν και μετά από διάφορους «πειραματισμούς» με το γυναικείο φύλο, θα γνωρίσει τη γυναίκα της ζωής του, τη Λάουρα ντε Νίγκρις.

Ειδικότερα, την εποχή που έχει γίνει δεινός φωτογράφος και συνεργάζεται με περιοδικά, ο δρόμος του πέφτει πάνω σε αυτόν της εντυπωσιακής Βραζιλιάνας, που άφησε εποχή ως μοντέλο και αργότερα δίδαξε styling στην Ελλάδα. Το 2001 παντρεύονται και λίγα χρόνια αργότερα μεταναστεύουν στη Βραζιλία, όπου ο Καλογιάννης σπουδάζει Κινηματογραφική Φωτογραφία και Σκηνοθεσία, ενώ η Ντε Νίγκρις εξαργυρώνει τη μεγάλη φήμη της στο χώρο της μόδας, ως σχεδιάστρια κοσμημάτων.

Το τραγικό τέλος του Θ. Καλογιάννη

Έχοντας αποκτήσει εμπειρία ως σκηνοθέτης, τόσο στη βραζιλιάνικη τηλεόραση, όσο και τον κινηματογράφο, ο Θανάσης Καλογιάννης επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τη σύζυγό του, το καλοκαίρι του 2016, για μόνιμη εγκατάσταση. Έχει όρεξη να κάνει πολλά με την κάμερα του και έχοντας βρει χορηγίες για κάποια φιλόδοξα σκηνοθετικά projects δεν πρόλαβε, καθώς στις 23 Οκτωβρίου του 2017 η σύζυγός του ανακοίνωσε στα social media το τραγικό νέο του θανάτου του.

Μπορεί οι γιατροί να απέδωσαν τον θάνατό του σε πνευμονικό οίδημα που προκάλεσε ανακοπή καρδιάς, ωστόσο ο Καλογιάννης δεν αντιμετώπιζε – τουλάχιστον διαπιστωμένα – προβλήματα υγείας και μάλιστα εκείνη τη μέρα είχε βγει έξω μαζί με τη σύζυγό του πριν αισθανθεί αδιαθεσία και επιστρέψει εσπευσμένα στο σπίτι του.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΣΕΓΑΣ, εκφράζοντας τη θλίψη του για την απώλεια: «Ποιος δεν θυμάται το καμάρι του στίβου, τον Θανάση Καλογιάννη, με καταγωγή από τον Βόλο, που μεσουρανούσε και μας χάριζε ανεπανάληπτες στιγμές στη δεκαετία του ’80».
Όσο ξαφνικά έφυγε από τον στίβο ο «ήρωας» του κλασικού αθλητισμού στα πέτρινα χρόνια της δεκαετίας του ’80, άλλο τόσο ξαφνικά έφυγε από τη ζωή, μόλιςω 52 χρονών. Η διαδρομή από τη ζωή στον θάνατο έγινε με τέτοιο σπριντ, σα να νοστάλγησε τις μέρες που ο κόσμος μάθαινε ότι ένα ορφανό παιδί από το Βόλο ήταν ο “γιος του ανέμου” εκείνης της εποχής.