Enimerotiko.gr
Πολιτισμός

Αλέν Ντελόν: Ο παγκόσμιος ζεν πρεμιέ, οι γυναίκες της ζωής του και οι απώλειες που τον οδήγησαν στην απομόνωση

Η ζωή του Ντελόν είναι μια από εκείνες τις εντελώς συναρπαστικές διαδοχές μυθιστορηματικών συμβάντων που η σημερινή πολιτική ορθότητα έχει εξανεμίσει. Ο Ντελόν, πριν τα 30, ήταν μεγαλοπαραγωγός, είχε πάει τέσσερα χρόνια στρατιώτης, είχε αποβληθεί απ΄ όλα του τα σχολεία, είχε πολεμήσει σαν πεζοναύτης, είχε κάνει και δέκα δουλειές, είχε έναν ερωτικό δεσμό που παραμύθιαζε όλη την Ευρώπη (με την Ρόμυ Σνάιντερ), είχε δηλώσει Γκωλικός και ακροδεξιός (σήμερα θα είχε ξεχάσει την επαγγελματική του καριέρα, τότε ο μαρξιστής Λόουζι δεν είχε κανένα θέμα να τον θέλει πρωταγωνιστή του) ε, και είχε κάνει (δύο) Βισκόντι, Αντονιόνι, Κλεμάν και πάει λέγοντας.

Η Brigitte Bardot τον χαρακτήρισε θηρίο προς εξαφάνιση

«Ο Alain Delon είναι ένα υπέροχο θηρίο, ένα από αυτά που βρίσκονται υπό εξαφάνιση. Το χαμόγελό του σαρκοβόρο και γήινο, όπως και το διαπεραστικό μπλε του βλέμματός του, μαγεύει και σαγηνεύει…»

Η επαγγελματική πορεία του Alain Delon

Η επίσημη εμφάνιση του Ντελόν στα κινηματογραφικά πράγματα γίνεται με το «Γυμνοί στον Ήλιο» του Ρενέ Κλεμάν, κλασσική μεταφορά του «Ταλαντούχου Κου Ρίπλεϊ» της Χάισμιθ (που φημολογείται πως ήταν λάτρης της ανάγνωσης Ντελόν στο ρόλο του Ρίπλεϊ), ενώ την επόμενη χρονιά ο Βισκόντι τον κάνει Ρόκκο στο νεορεαλιστικό αριστούργημα ο «Ρόκκο και Τ’ Αδέλφια του». Την επόμενη χρονιά παίζει στο θέατρο με την Ρόμυ Σνάιντερ ένα θεατρικό σε κείμενο του Τζον Φορντ (Άγγλου θεατρογράφου, όχι του σκηνοθέτη), το «‘Tis a Pity She Was a Whore» (αναφέρεται και ο Μπάουϊ στο κύκνειο άσμα του, είναι και ταινία του ’71 με την Σαρλότ Ράμπλινγκ!), ενώ το ’63 βρίσκεται βέβαια στον υπερμεγέθη «Γατόπαρδο».

Ο Ντελόν ένα πράγμα δεν κατάφερε ποτέ, την απήχηση στην Αμερική. Ήταν τεράστιος σταρ σχεδόν παντού (ακόμα και στην Ιαπωνία!), ποτέ όμως δεν απέκτησε γκελ στην Αμερική. Ωστόσο, στην δεκαετία του ’60 και ’70, εν μέσω της «Έκλειψης» του Αντονιόνι, ξιφομαχικών περιπετειών («Η Μαύρη Τουλίπα»), που χαρίζουν μια άγνωστη σήμερα αλλά θαυμάσια, ραφιναρισμένη ελαφρότητα στην λαϊκή παραγωγή του ευρωπαϊκού ’60 και μιας πρώτης επαφής με το crime και τον Ζαν Γκαμπέν (στο τέλειο «Mélodie en sous-sol» – «Ληστεία στο Μόντε Κάρλο» εδώ), ο Ντελόν έκανε και μια «Κίτρινη Ρόλς Ρόις», έκανε και συνεργασίες με την MGM, όμως τα έργα δεν απέφεραν ποτέ την πολυπόθητη υπερατλαντική δημοτικότητα.

Στη «Ληστεία στο Μόντε Κάρλο», ο 28χρονος Ντελόν, αντί αμοιβής, αγόρασε τα δικαιώματα διανομής της ταινίας σε κάποιες χώρες του κόσμου. Καταλήγοντας να πάρει στο τέλος κάπου δέκα φορές περισσότερα από τον θρυλικό τότε Γκαμπέν, η κίνηση έμεινε γνωστή ως η «Μέθοδος Ντελόν» – αν και η παραγωγή σκλήρυνε πολύ έκτοτε και το φαινόμενο αντικαταστάθηκε, για τους σταρ, με το μερίδιο από τις εισπράξεις.

Μια αγγλόφωνη ταινία που έκανε κάποιον πάταγο, κυρίως στην Μεγάλη Βρετανία, λόγω της εποχής των λουλουδιών ίσως, ήταν το «Κορίτσι με τη Μοτοσικλέτα», όπου ο Ντελόν συμπρωταγωνιστούσε με την ανθηρή Μαριάν Φέιθφουλ. Την προηγούμενη χρονιά, το 1967, ο Ντελόν βρέθηκε στον δρόμο του Μελβίλ, ο «Δολοφόνος [βρήκε το] Αγγελικό του Πρόσωπο», η φημολογία που τον ήθελε να έχει διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο και την κορσικανική Μαφία έδιναν κι έπαιρναν (ο Μελβίλ βέβαια τους ήξερε όλους, αλλά ποιος ασχολούνταν;) κι έτσι όταν το ’68 ο σωματοφύλακάς του βρέθηκε σ’ έναν κάδο σκουπιδιών, ξέσπασε ένα σκάνδαλο μεγέθους αρκετού ώστε να μπλέξει και τον μελλοντικό Πρόεδρο της Γαλλίας Πομπιντού και την σύζυγό του και τον Ντελόν σε μια υπόθεση υποτιθέμενων οργίων, απρεπών φωτογραφιών και εμπλοκής ενός Φρανσουά Μαρκαντονί που τύγχανε και αρχηγός της Μαφία των κορσικανών.

Απτόητος ο Ντελόν διάγει τα καλύτερά του χρόνια, χωρίζει και τη Ναταλί Ντελόν (που ακολούθησε, επίσημα πάντα, την Ρόμυ), αρχίζει έναν πολυετή δεσμό με την Μιρείγ Νταρκ, παίζει στην «Πισίνα» μαζί με τη Σνάιντερ, παίζει στο αξέχαστο «Αντίο Φίλε» μαζί με τον Μπρόνσον (και τον κάνει διεθνή σταρ), είναι μαζί με την Μπαρντό στο κομμάτι του Μαλ στο έξοχο σπονδυλωτό τρόμου «Ιστορίες Μυστηρίου» (Φελίνι, Βαντίμ τις άλλες δύο), παίζει στην «Συμμορία των Σικελών» με Βεντούρα και Γκαμπέν, είναι φυσικά στον μεθυστικό «Κόκκινο Κύκλο» του Μελβίλ δίπλα στον Μοντάν, τον Βολοντέ και τον Μπουρβίλ, συναντά και τον Μπελμοντό στο μυθικό «Μπορσαλίνο».

Στην δεκαετία του ’70 αγκιστρώνεται στο αστυνομικό φιλμ, που ανήγαγε σε προσωποπαγή λαϊκή καλλιτεχνία, κάνει όμως και εντελώς απρόσμενα έργα, πέρα από το προφίλ του λιγόλογου macho της νιοστής γοητείας.

Ένα από αυτά είναι ο «Κύριος Κλάιν» (1976) του Λόουζι -είχαν συνεργαστεί και στην «Δολοφονία του Τρότσκι» τέσσερα χρόνια πριν. Υπάρχουν όμως τόσα πολλά: Το κύκνειο άσμα του Μελβίλ στο ρομποτικό και σπαρακτικό μαζί «Un Flic» του ’72, μια σπουδαία, άγνωστη ερμηνεία στο «Καυτό Καλοκαίρι» του Ζουρλίνι την ίδια χρονιά, το «Αίμα στο Χιόνι» με την Σινιορέ την επόμενη χρονιά, ένα τρομερό αστυνομικό διαδικασίας μαζί με τον Τρεντινιάν το «Un Flic Story», ένα που ο υπογράφων αγαπά ιδιαίτερα και στην Ελλάδα βγήκε με κλασσικό ντελονικό τίτλο ως «Ωραίος, Σκληρός κι Αδίστακτος» (μπούρδες, το «Mort d’un pourri» είναι άλλη ταινία κι έχει κι ένα καταπληκτικό σάουντρακ του Φιλίπ Σαρντ) ακόμα και μια τελευταία συνάντηση με τον Γκαμπέν στο «Δυο Ξένοι στην Ίδια Πόλη» του Ζιοβανί – ενός καλλιτέχνη που οφείλεις να ανακαλύψεις αν είσαι λάτρης του αστυνομικού φιλμ.

Στο ’80 οι επιχειρήσεις αποτελούν ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του Ντελόν, ο εαυτός του είναι ξεκάθαρα μέρος αυτών, οπότε και στερεοποιείται το policier προφίλ, χάνονται όμως οι τολμηρότητες και η μεγάλη δημοτικότητα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, αρχίζει να ξεθωριάζει. Από την εποχή αυτή το μοναδικό πραγματικό ερμηνευτικό τόλμημα είναι το «Notre Histoire» του Μπλιέ, όπου ένας κομματιασμένος αισθηματικά Ντελόν (μπορεί κι από τον χαμό της Ρόμυ δυο χρόνια πριν, λένε οι κουτσομπόληδες) παίζει εντελώς κόντρα στον κινηματογραφικό του χαρακτήρα και παίρνει (αρέσουν στους κριτικούς αυτά…) το μοναδικό ερμηνευτικό βραβείο που πήρε ποτέ, ένα Σεζάρ ερμηνείας.

O Alain Delon, ο άγγελος, ο αλήτης, ο ζωντανός μύθος του γαλλικού σινεμά, κλείνει τα 83

Τα τελευταία χρόνια, ζει απομονωμένος, στην έπαυλή του στο Douchy, λίγο έξω από το Παρίσι -αν μπορεί κανείς να αποκαλέσει «έπαυλη» αυτό το Xanadu των 550 στρεμμάτων με τα πάρκα, τις τρείς πισίνες, το παρεκκλήσι, τη λίμνη και τo ελικοδρόμιο, που περικλείεται από ψηλά τείχη. Ο Delon μένει εκεί με τον Loubo, τον αγαπημένο του ποιμενικό -το τελευταίο από τα πενήντα σκυλιά, που τον συντρόφεψαν επί δεκαετίες. Είναι όλα θαμμένα εκεί, δίπλα του, όχι μακριά από τον δικό του τάφο -ο «πιο γνωστός Γάλλος εν ζωή» έχει ήδη ρυθμίσει τα της κηδείας του. Τα τελευταία χρόνια, εκποιεί συστηματικά την κινητή περιουσία του: όπλα, ρολόγια, έργα τέχνης, την περίφημη Ferrari Τestarossa του. Όταν πεθάνει λέει, προτιμά να αφήσει στα παιδιά του χρήματα. Δεν φοβάται τον θάνατο. «Η ζωή δεν έχει πια να μου φέρει πολλά. Ξέρω τα πάντα, τα έχω δει όλα, μα πάνω απ’όλα μισώ αυτή την εποχή, με κάνει και ξερνάω», δήλωσε μόλις πέρυσι, στο Paris Match. «Ξέρω ότι θα αφήσω αυτό τον κόσμο, χωρίς λύπη…»

Στα 83 του, από την κορυφή της αυτοκρατορίας που έχτισε για τον εαυτό του, ο Delon κατρακυλάει αργά στο ρόλο που λάτρεψε ίσως πιο πολύ απ’όλους: του μοναχικού Σαμουράι

Η ζωή τον κουράζει, η πολιτική τον αηδιάζει. Φωτογραφίζεται μόνος, με ένα τζιν κι ένα T-shirt, ξυπόλητος, κοιμισμένος στον καναπέ, ανάμεσα σε βιβλία, φωτογραφίες, πίνακες, απουσίες. Η Μireille, η Νatalie, η Romy η “κουκλίτσα” του. Ο Visconti, ο Gabin, ο Ventura, ο Μelville, o Rene Clement, ο Αntonioni, o Belmondo, o Lancaster, o Yves Montand, η Signoret.

Οι γυναίκες, οι έρωτες,  οι δάσκαλοι, οι φίλοι του. Όλοι απόντες…

«Μόνο εγώ έμεινα…». Ώρες, ώρες, λέει, αισθάνεται σαν να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή. Σαν να επιστρέφει σπίτι του, μετά από μια μεγάλη οικογενειακή τραγωδία,  της οποίας είναι ο μόνος επιζών.
Ο χρόνος, αυτός φταίει για όλα. Αυτός τσαλάκωσε και «κατάπιε» την ομορφιά του, τον γέμισε απώλεια, «ρούφηξε» τη ζωτική του ενέργεια -αλλά όχι και την ακόρεστη δίψα του να κατακτά, να κερδίζει, να τον θαυμάζουν, να τον αγαπούν. Αυτό θέλει, αυτό ήθελε πάντα. Ή και όχι. Ποιος μπορεί να ξέρει στην περίπτωσή του; «Ο Delon», γράφει ο συγγραφέας Pascal Jardin «είναι καμωμένος από πάστα άλλων καιρών, εκείνη των αντρών που ο καρδινάλιος Ρισελιέ απαγχόνιζε ή τους απένειμε τίτλο ευγενείας. Στους ρηχούς καιρούς όπου ζούμε δεν γνωρίζω παρά μόνο τον Alain Delοn που σέρνει πίσω του τόση κίνηση, τόσα δράματα και σκάνδαλα. Πρόσωπο σεξπιρικό που κατά λάθος βρέθηκε σε μια εποχή αστυνομικού μυθιστορήματος, περιφέρει πάνω στον κόσμο ένα βλέμμα ατσάλινο, όπου φαίνονται να λάμπουν δάκρυα, που έρχονται από την παιδική του ηλικία…»

Ανέκαθεν τραβούσε τις φασαρίες, σαν μαγνήτης. Από τότε που γεννήθηκε, στις 8  Νοεμβρίου 1935, στο Sceaux, στα προάστια του Παρισιού δεν ήταν παρά ένας «αξεπέραστος αλητάκος», που «τα έκανε όλα άνω κάτω». Οι γονείς του, η όμορφη Εdith και ο νεαρός, μποέμ καλλιτέχνης Fabien Delon χώρισαν όταν ήταν 4 ετών. Μετά η Edith ξαναπαντρεύτηκε τον Paul Boulogne, έναν αλλαντοποιό, κι εμπιστεύτηκε το παιδί σε παραμάνες. Ο άντρας της παραμάνας του Αlain δούλευε στη φυλακή της Μπουρ – λα – Ρεν.

Ο ηθοποιός θυμάται πως μεγάλωσε στο προαύλιό της, παίζοντας με τα παιδιά των δεσμοφυλάκων. Έγκλειστος, μόνος, χαμένος σε μια απόρριψη που δεν καταλάβαινε. Από τα 8 ως τα 14 του, άλλαξε 6 οικοτροφεία. Μέτριος μαθητής, ατίθασος έφηβος – ένας αληθινός «διάβολος», σύμφωνα με τις μαρτυρίες των δασκάλων του -κατάφερε να αποβληθεί από όλα, καθώς και από τα περισσότερα δημόσια σχολεία της περιοχής. Πριν καν συμπληρώσει τα 18, κατετάγη εθελοντής στο Πολεμικό Ναυτικό και ξεμπάρκαρε ως ασυρματιστής στη Σαϊγκόν, στην καρδιά της φλεγόμενης Ινδοκίνας. Κι εκεί, όμως, αντί να διακριθεί στο μέτωπο, όπως ήλπιζε η μητέρα του, εξέτισε ένα μέρος της θητείας του στο κρατητήριο, μπλεγμένος σε ένα σωρό μικροαλητείες. Στο τέλος, διωγμένος και από το στρατό, βρέθηκε στο Παρίσι, άφραγκος, κάνοντας ό,τι δουλειά μπορούσε να βρει, ζώντας παρέα με τα κλεφτρόνια και τις πόρνες της πλατείας Pigale.  

Οι γυναίκες παθιάζονταν μαζί του -από τότε ακόμα που ήταν μωρό

Η μητέρα του, συνήθιζε να του διηγείται πως, όταν τον έβγαζε βόλτα στα πάρκα του Sceaux, τα κορίτσια, οι άλλες μαμάδες, τη πάντα σταματούσαν ενθουσιασμένες -ήθελαν να τον χαϊδέψουν, να τον φιλήσουν: «Μα τι όμορφο αγοράκι που έχετε!!». Στο τέλος, είχε αναγκαστεί να κρεμάσει στο καροτσάκι του, μια μικρή, προειδοποιητική πινακίδα: «Κοιτάξτε με, αλλά μην με αγγίζετε…» 

Στις γυναίκες, ομολογεί ο ίδιος τώρα, οφείλει τα πάντα, αφού «για κείνες, από κείνες και εξαιτίας τους, ήθελα να είμαι πάντα ο πιο όμορφος, ο πιο μεγάλος, ο πιο δυνατός -και να το διαβάζω στα μάτια τους. Οι γυναίκες υπήρξαν το καλύτερό μου κίνητρο…».

H σχέση του Alain Delon με τη μητέρα του

Ο Alain Delon τη λάτρευε αλλά εκείνη τον εγκατέλειψε και εκείνος δεν τη συγχώρεσε. «Πώς να καταλάβεις το ότι οι γονείς σου, σε παρατάνε, στα 4 σου χρόνια;» δήλωσε στο αφιέρωμα του Paris Match. «Εκείνοι χώρισαν, ξανάφτιαξαν τη ζωή τους, έκαναν άλλα παιδιά κι εγώ ζούσα με παραμάνες, σαν ορφανό. Ποτέ δεν ξαναείδα τους γονείς μου μαζί. Ο πατέρας μου από τη μια μεριά, η μητέρα μου από την άλλη, ο καθένας στη δική του όχθη. Κι εγώ ένα νησί, στη μέση. Μόνος….»
Θυμόταν πως οι γονείς του δεν του έκαναν ποτέ δώρα -τίποτα, εκτός από ένα. «Η ομορφιά, ναι, ήταν εκεί. Είχα τα πάντα χάρη σ’αυτήν. Οπότε ίσως πρέπει να πω «σ’ευχαριστώ μαμά». Είμαι το αρσενικό πορτρέτο της -ήταν μια καλλονή. Της χρωστάω αυτό τουλάχιστον…»

Τραβούσε σαν μαγνήτης τις  πιτσιρίκες, τις  γραμματείς και τις πωλήτριες

Οι ηθοποιοί και οι αρτίστες, που -ξετρελαμένες από την ομορφιά του- έπεφταν στα πόδια του, σαν παραζαλισμένες μέλισσες. Mια γυναίκα, η ηθοποιός Brigitte Auber, τον πήρε μαζί της στις Κάννες. Εκείνη τον γνώρισε στην Michèle Cordoue, και η -γοητευμένη- Cordoue, με τη σειρά της, στον σύζυγό της, τον σκηνοθέτη Yves Allégret, που του άνοιξε την πόρτα του σινεμά.

«Στην πρώτη μου ταινία, το “Quand la femme s’en mêle” δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω. Ο Allégret, μου έριξε μια ματιά και μου είπε: «Άκουσέ με Alain: μίλα όπως μου μιλάς, Κοίταξε όπως με κοιτάζεις, Άκουσε όπως με ακούς. Μην παίζεις. Ζήσε». Αυτό άλλαξε τα πάντα. Χωρίς αυτή την κουβέντα, δεν θα είχα κάνει την καριέρα που έκανα….»

Η Romy Schneider, τον επέβαλε ως συμπρωταγωνιστή, δίπλα της, στην ταινία «Christine»

Ερωτεύθηκαν παθιασμένα, έζησαν ένα πολυδιαφημισμένο ρομάντζο, αρραβωνιάστηκαν, έμειναν μαζί πέντε χρόνια. Πολύ αργότερα εκείνος θα πει: «Δεν επρόκειτο για τον μεγάλο έρωτα, αλλά για τον πρώτο, τον έρωτα των 20 χρόνων, τον έρωτα της νεότητας. Ήμασταν πολύ διαφορετικοί. Είχα εντός μου πράγματα που δεν έβλεπε κανείς. Είχα το παρελθόν μου, της Ινδοκίνας, τη δύσκολη παιδική μου ηλικία, αλλά αυτό δεν φαινόταν στο πρόσωπό μου. Εκείνη ήταν μια Ευρωπαία σταρ, αλλά εσωτερικά ήταν ένα παιδί. Υπήρχε μια χτυπητή αντίθεση μεταξύ μας. (…).Ήταν πολύ ωραίο και αγνό. Η Romy είχε την ηλικία μου. Ως τότε, οι γυναίκες που αγαπούσα ήταν μεγαλύτερές μου κατά δέκα χρόνια. Αυτή τη φορά δεν ήταν μία από τα ίδια Μπορώ να πω ότι ήταν ο πρώτος μεγάλος μου έρωτας: ο έρωτας των είκοσι χρόνων είναι κάτι που δεν ξεχνιέται…»

Το 1963, γνωρίζει την ηθοποιό Nathalie Barthelemy

Οι δυό τους δουλεύουν μαζί στη «Μαύρη Τουλίπα». Η φλογερή Nathalie του μοιάζει -είναι ένα χαμίνι, άγριο, ανυπότακτο. Και  δεν θέλει να τον μοιράζεται. Για χάρη της, εγκαταλείπει την Romy με ένα σημείωμα και ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα: «Είμαι στο Μεξικό, με την Nathalie. Συνέβησαν πολλά. Alain». Το μετάνιωσε άραγε; Ίσως. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο της, δήλωσε «λυπάμαι, γιατί δεν παντρεύτηκα αυτή την γυναίκα»…

Με την Νathalie όμως παντρεύονται, κάνουν ένα γιο τον Anthony. Ζουν μαζί τρία χρόνια -τρία χρόνια πάθους, καυγάδων, υστερίας, σπασμένων γυαλικών. («Κάπου μεταξύ γέλιου και οργής, αγαπιόμασταν κιόλας…»). Toν τέταρτο, χωρίζουν. O Alain δηλώνει πως όσο και αν σέβεται τις γυναίκες, δεν μπορεί να τους ανήκει. Δεν θα ξαναπαντρευτεί. Ούτε καν με την Mireille Darc, την οποία συναντά το πλατό της ταινίας «Jeff» -τη «γυναίκα της ζωής» του, για τα επόμενα 15 χρόνια. «Yπάρχει μόνο μια κυρία Delon», ξεκαθαρίζει…

Την ίδια περίοδο, από τη ζωή του ηθοποιού Alain Delon παρελαύνουν πολλές, γνωστές, άγνωστες, σταρ και κομπάρσες

Η Anne Parillaud. H Μarianne Faithfull. H Dalida. H Jane Fonda. H σεξουαλική του όρεξη είναι τεράστια και εναλλάσσεται με εκρήξεις αναίτιας βίας. Το 1987, στο πλατό για το γύρισμα ενός βιντεοκλίπ του γνωρίζει μια όμορφη Ολλανδέζα, το μοντέλο Rosalie van Breemen, μερικές δεκαετίες μικρότερή του. Tην ερωτεύεται παράφορα, ζουν μαζί κάνουν δυό παιδιά, την Annouschka και τον Alain-Fabien. Χωρίζουν τον Οκτώβριο του 2002 -είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα τον αφήνει πρώτη. Δεν θα ξαναπροφέρει το όνομά της δημόσια.

Εν τω μεταξύ είναι ήδη ένας σταρ

Έχει λάμψει, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Luchino Visconti, στο «Ο Ρόκκο και τα αδελφια του», όπως και στον «Γατόπαρδο». Έχει συγκλονίσει στην «Έκλειψη» του εστέτ διανοούμενου Antonioni. Yποδυόμενος έναν απατεώνα με αγγελικό πρόσωπο, που μένει ατιμώρητος στο «Γυμνοί στον ήλιο», του René Clement, έχει δείξει σπάνιες υποκριτικές αρετές -οι κριτικοί παραληρούν γι’αυτόν τον γόη που στο πρόσωπό του «ενσαρκώνονται με μοναδικό τρόπο το καλό και το κακό, η ομορφιά αλλά και η σκληρότητα ενός μοναχικού λύκου».

Οι επικριτές του, πάλι υποστηρίζουν ότι από τα 70΄s και μετά μεταφέρει από ταινία σε ταινία τον ίδιο απόμακρο τύπο του γκάνγκστερ, του καθάρματος ή του μονόχνωτου «μπάτσου». Στο τέλος της ημέρας, ωστόσο, ο Delon καταφέρνει να επιδείξει αξιοζήλευτες δάφνες: σχεδόν 90 ταινίες, -μερικά αριστουργήματα της 7ης τέχνης -συνεργασίες με τους πιο σημαντικούς και απαιτητικούς σκηνοθέτες, με σημαντικούς καλλιτέχνες, κάποια «ιερά τέρατα» του σινεμά: τον Jean Gabin, τη Simon Signoret, τον Βelmondo, τον Βurt Lancaster, τον Richard Burton.

Ο Delon μελαγχολεί

Οι ταινίες τέλειωσαν, οι γυναίκες ήρθαν κι έφυγαν -όλες, εκτός από την κόρη του, την Annouchka. Όσο για τους γιους του, βρίσκεται σε «πόλεμο» μαζί τους. «Ξέρω» -δηλώνει- «πως έχω αποτύχει ως πατέρας».

Στο λυκόφως του, το «θηρίο» Delon, επιστρέφει στη μοναξιά του. Την παλιά, την ποτισμένη με δάκρυα, την έγκλειστη στον περίβολο μιας γαλλικής φυλακής. Ποτέ δεν έφυγε από κει. «Ακόμα και όταν ζούσα με μια γυναίκα, όταν αγαπούσα μια γυναίκα, στην ουσία ήμουν μόνος».
Κι έτσι, οχυρωμένος πίσω από ένα αδιαπέραστο μπλε, διέσχισε οκτώ δεκαετίες κυνηγώντας χίμαιρες.

Πού κατέληξε; Πως η ευτυχία δεν υπάρχει. Ή κι αν υπάρχει, εκείνος δεν ήταν «προγραμματισμένος» γι αυτήν. «Ήμουν φτιαγμένος για την επιτυχία».