Enimerotiko.gr
Πολιτισμός

Ειρήνη Παπά: Η ζωντανή Καρυάτιδα, η άβυσσος στη σχέση με τον πατέρα της, η διεθνής καριερα και το Αλτσχάιμερ

Η Ειρήνη Παπά (Λελέκου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα), γεννήθηκε στο Χιλιομόδι Κορινθίας στις 3 Σεπτεμβρίου 1926 από γονείς εκπαιδευτικούς. Στον καλλιτεχνικό χώρο πρωτοεμφανίστηκε στα 15 της ως τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Της: Έπη Τρίμη

Στην συνέχεια σπούδασε στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας της συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους.

Το 1995, στο πέτο της καρφιτσώνεται το Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο και το 2008 βραβεύεται με το«Βραβείο Ρώμη» στο αρχαίο θέατρο της «Όστια Αντίκα».

Η Ειρήνη Παπά είναι από τις μετρημένες στα δάχτυλα ηθοποιούς που ξεπέρασαν τα στενά όρια της Ελλάδας και έκαναν καριέρα στο εξωτερικό. Εκτός από το υποκριτικό της ταλέντο, σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική της διαδρομή έπαιξαν το πανέμορφο πρόσωπό της που «έγραφε» στον φακό, η βαθιά εκφραστική της φωνή και η δυναμική της προσωπικότητα. Ευτύχησε να συνεργαστεί με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Κώστας Γαβράς, ο Φραντσέσκο Ρόζι, ο Έλιο Πέτρι και ο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα.

Το 1948, τελειόφοιτη πλέον της σχολής του Εθνικού Θεάτρου, μαγνήτισε με την ομορφιά της τον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος την ενέταξε στο σχήμα της επιθεώρησης «Άνθρωποι, Άνθρωποι» που ανέβηκε στο θέατρο «Μετροπόλιταν» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και άφησε εποχή.

Την ίδια χρονιά έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαμένοι άγγελοι» (1948), όπως και ο συγγραφέας Νίκος Τσιφόρος στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Η Ειρήνη Παπά επιβλήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό με τον ρόλο της στην ταινία του Φρίξου Ηλιάδη «Νεκρή πολιτεία» (1952). Ο Φίνος έστειλε με δικά του χρήματα την ταινία στο Φεστιβάλ των Καννών όπου δεν βραβεύτηκε μεν, αλλά η πρωταγωνίστριά της απασχόλησε έντονα τον παγκόσμιο Τύπο. Οι φωτογραφίες της μελαχρινής καλλονής με τον πάμπλουτο πλέι-μπόι Αγά Χαν, ο οποίος ήταν ερωτευμένος μαζί της, απ’ ό,τι λένε, κατέκλυσαν εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου.

Η διεθνής καριέρα

H δημοσιότητα που απέκτησε στις Κάννες η Ειρήνη Παπά, άνοιξε τις πόρτες στην Ειρήνη Παπά. Στην Ιταλία συμμετείχε στις ιστορικές ταινίες «Αττίλας» (1953) και «Θεοδώρα, αυτοκράτειρα τού Βυζαντίου» (1953), ενώ τρία χρόνια αργότερα αντικατέστησε την Γκρέις Κέλι στο γουέστερν του Ρόμπερτ Γουάιζ «Ελύγισα για πρώτη φορά» («Tribute to a Bad Man») με συμπρωταγωνιστή τον Τζέιμς Κάγκνεϋ.Το 1961 κράτησε ένα σημαντικό ρόλο στην μεγάλη διεθνή επιτυχία «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» («The Guns of Navarone»), που γυρίστηκε και στην Ρόδο σε σκηνοθεσία του ΤζονΛι Τόμσον.

Την ίδια περίοδο  η Ειρήνη Παπά εμφανίστηκε στις ελληνικές ταινίες «Η λίμνη των στεναγμών» (1959) του Γρηγόρη Γρηγορίου και ενσάρκωσε την Μπουμπουλίνα στην ομώνυμη ταινία του Κώστα Ανδρίτσου (1959). Αξέχαστη έμεινε η ερμηνεία της στην ταινία «Αντιγόνη» (1961) του Γιώργου Τζαβέλλα που συζητήθηκε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Αξιοσημείωτες ήταν οι ερμηνείες της και στις ταινίες, που γύρισε με σκηνοθέτη τον Μιχάλη Κακογιάννη: «Ηλέκτρα» (1962), «Αλέξης Ζορμπάς» (Zorba the Greek, 1965), «Τρωάδες» (The Trojan Women, 1971), «Ιφιγένεια (1977) και «Γλυκειά πατρίδα» (1986). Με τον Κακογιάννη συνεργάστηκε επίσης σε θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σέξπιρ στο Ηρώδειο) και στο εξωτερικό («Μήδεια» και «Βάκχες» του Ευριπίδη το 1980 στο Μπρόντγουεϊ).

Άλλες σημαντικές ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε ήταν: «Στον καθένα το δικό του» («A ciascuno il suo», 1966) του Έλιο Πέτρι, «Σάντα Μάμα» (The Brotherhood,1968) του Μάρτιν Ριτ, «Ζ» (1969) του Κώστα Γαβρά, «Η Άννα τών χιλίων ημερών («Anne of the Thousand Days», 1969) του Τσαρλς Τζάροτ, «Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι («Cristo si e fermato a Eboli», 1979) του Φραντζέσκο Ρόζι, «Ερέντιρα» (Eréndira, 1983) του Ρούι Γκέρα και «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» («Cronaca di una morte annunciate», 1987) του Φραντζέσκο Ρόζι, βασισμένων στα ομώνυμα έργα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Μία από τις τελευταίες εμφανίσεις της στην μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία του Τζον Μάντεν «Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» («Captain Corelli’s Mandolin», 2001).

Ειρήνη Παπά: Η ζωντανή Καρυάτιδα

Ήταν ο τελευταίος χρόνος στη σχολή, που ο Αλέκος Σακελλάριος την είδε να παίζει στον Μάκβεθ. Ο ίδιος, της ζήτησε εκείνη την εποχή να βγει στην επιθεώρηση. Απίστευτο! εκ διαμέτρου αντίθετο με εκείνη, με την κλασσική παιδεία της. Η επαναστάτρια μέσα της όμως, είπε «ναι». Ήθελε να γίνει κάτι άλλο από τους ηθοποιούς του Εθνικού, που παρατηρούσε αλλά θεωρούσε ψεύτικους.

Σε αυτή την ιστορία υπάρχει μία λεπτομέρεια: ο Σακελλάριος γράφει στην αυτοβιογραφία του ότι δεν την είδε πρώτη φορά στη Σχολή της, αλλά στο Σύνταγμα να περπατά και την περιγράφει ως «ένα πανέμορφο πλάσμα με ένα απλό μακρύ φόρεμα, όλο πτυχώσεις, που κινιόταν με μεγαλοπρέπεια και συνάμα απλότητα. Σαν να ζωντάνεψε μια Καρυάτιδα». Αυτός ο χαρακτηρισμός θα την ακολουθεί για μία ζωή. Σκηνοθέτες, δημιουργοί, παραγωγοί, ο Τύπος, τα βιβλία της ιστορίας της Τέχνης. Η ζωντανή Καρυάτιδα.

Προσωπική ζωή

Δεν μιλούσε ποτέ για την προσωπική της ζωή, για έρωτες, για γάμους, για παιδιά, για εκείνη την άλλη μεριά του δικού της φεγγαριού. Δεν επέτρεψε ποτέ τις ερωτήσεις, δεν ήθελε να δίνει τέτοιου είδους απαντήσεις.

Κατά την διάρκεια της φοίτησης της παντρεύτηκε τον ηθοποιό Άλκη Παππά (1922-2018), ο οποίος την βοήθησε στα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα. Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1951 και η πανέμορφη ηθοποιός θα κρατήσει το επώνυμο του τέως συζύγου της (με ένα π), με το οποίο θα γίνει γνωστή παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια ως Irene Papas.

Παιδιά δεν έκανε, γιατί ένιωθε η ίδια πάντα παιδί. Κάπνιζε. Έβγαινε πολύ. Σε κάθε μεγάλη πρωτεύουσα, ένα στέκι, άλλοι φίλοι, πολλοί φίλοι. Δεν πρόλαβε ποτέ της να πλήξει ή να νιώσει την πολυτέλεια της αδράνειας. Ελλάδα, Αμερική, Ιταλία, Πορτογαλία. «… μπορώ μόνο να πω ότι η Αθήνα θα είναι πάντα η μητέρα μου, αλλά η Ρώμη, παράλληλα, είναι δεύτερη μητέρα μου, από ξεκάθαρη επιλογή μου», είπε κάποτε για τις πόλεις που την σημάδεψαν και για την έννοια της πατρίδας.

«Αγάπησα περισσότερο την μητέρα μου και λιγότερο τον πατέρα μου»

Στο αποκορύφωμα της δόξας και της φήμης της είχε πει στην φιλενάδα μου Αλεξάνδρα Τσόλκα είχε εξηγήσει το λόγο έχοντας πει τότε : «Ο πατέρας μου  ήταν άνδρας και εγώ γυναίκα και μας χώριζε μια άβυσσος. Εκείνος άνηκε στον σκοτεινό κόσμο των ανδρών. Δάσκαλος ο πατέρας μου και η μάνα μου και η θεία μου. Ήταν παραμυθάδες όλοι. Η γιαγιά μου ήξερε του κόσμου τα παραμύθια όπως και η μάνα μου που τα φανταζόταν και το σπίτι μας ήταν γεμάτο ανθρώπους να μιλάνε πολύ, συνεχώς, ακατάπαυστα. Να μιλάνε για βιβλία.

Η μάνα ζωγράφιζε και μας έλεγε παραμύθια σε συνέχειες κάθε βράδυ. Αυτά τα σίριαλ στην τηλεόραση δεν είναι τίποτα μπροστά στην δική της μυθοπλασία σε συνέχειες. Υπήρχε γύρω μας, ένας αόρατος κόσμος και αυτός ήταν ο εντελώς πραγματικός. Και εγώ ζούσα σ’ αυτό το σύμπαν φαντασίας. Πίστευα πως τα καλύβια τα μεσάνυχτα ανοίγουν τις πόρτες τους και από μέσα βγαίνουν ορχήστρες, που παίζουν εξαίσιες μουσικές και πως οι κολοκύθες λιώνουν σιγά-σιγά τη νύχτα και στο τέλος γίνονται γυναίκες λαμπερές και πως στις τρύπες των μυρμηγκιών στα χωράφια, από μέσα έχει τεράστιες σκάλες και άμα τις κατέβεις φτάνεις στη ψυχή της γης, που είναι ο κόσμος όλο σοκολάτα, δρόμοι, λίμνες και σοκολατένια παλάτια.

Η γυναίκα που έγινε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης είπε πως από τον πατέρα της διδάχτηκε την ασέβεια

Συγκεκριμένα είχε πει η Ειρήνη Παπά: «Διδάχθηκα την ασέβεια από τον πατέρα μου. Με έμαθε πως υπάρχει μόνο μία αριστοκρατία, του πνεύματος. Δεν υπάρχουν κύριοι και επίσημοι, αλλά άνθρωποι. Με έμαθε ότι ο σεβασμός με υποτιμάει, ενώ η αγάπη με εξυψώνει».

Στον πατέρα μου έχω χρεώσει δυστυχίες μου πολλές αλλά και του χρωστάω πολλά. Με έκανε αυτό που είμαι. Με έμαθε να έχω πάντα αμφιβολίες και να ρωτάω το γιατί. Να ‘μαι και εγώ και οι αδελφές μου περήφανες γυναίκες. Όχι να είμαστε σκυμμένες και να κεντάμε μαξιλαράκια, αλλά να διαβάζουμε Αριστοτέλη! Και εκείνα τα παιδικά χρόνια όρισαν αυτό που είμαι και δεν έμαθα ποτέ να είμαι μεγάλη».

Η μάχη με το Αltzheimer

Η ανιψιά της Ειρήνης Παπά, Μέλια Τατάκη είχε πει στην Athens Voice σχετικά: “Ναι, η Ειρήνη έχει Αltzheimer. Η αρρώστια δεν είναι ντροπή και μπορεί να συμβεί αναπάντεχα στον καθένα. Εδώ και πέντε χρόνια (τότε ήταν το 2018) το έχουμε χειριστεί με ιδιαίτερη προσοχή και πάντοτε διακριτικά. Γιατί να γράφονται τώρα τόσες ανακρίβειες; Χωρίς οι αρθρογράφοι να μπαίνουν καν στον κόπο να επαληθεύσουν τις “πληροφορίες” τους».

Στα 89 (σήμερα 91)  της χρόνια και με κατάμαυρα μαλλιά (καθώς τα ανίψια της που την θέλουν όμορφη, προσεγμένη και κοκέτα, φροντίζουν να την επισκέπτεται συχνά μια κομμώτρια για βαφή) ζει στο σπίτι της στην Πλάκα με τη συνεχή φροντίδα της ανιψιάς της Μέλιας Τατάκη που κατοικεί στο ίδιο κτίριο. «Δεν είναι κατάκοιτη και ασφαλώς καθόλου παραμελημένη. Το αντίθετο. Την φροντίζουν τρεις ακόμη γυναίκες και ένας φυσιοθεραπευτής που την γυμνάζει συστηματικά 5 φορές την εβδομάδα.

“Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει και αυτό μας έχει στεναχωρήσει πολύ. Η ίδια κρατούσε πάντοτε την ιδιωτική της ζωή μακριά από τη δημοσιότητα. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και εμείς τώρα που νοσεί. Είναι η αδελφή της μητέρας μου. Η αγαπημένη μου θεία. Έχει πάντα την απόλυτη αφοσίωση και την φροντίδα μου και την αγάπη όλων των ανιψιών της. Το ότι είναι ζωντανή και σε ζηλευτή φυσική κατάσταση και ότι καταφέραμε να γιορτάσουμε για 89η φορά τα γενέθλιά της, είναι μόνο από αγάπη» είχε πει η Μέλια που ελπίζει ακόμη και σήμερα να σταματήσουν, μετά από αυτά της τα λόγια, να την συλλυπούνται για τη ζωντανή Ειρήνη Παπά.

Η «ζωντανή Καρυάτιδα» ξυπνά και κοιμάται στη σκιά των μαρμάρινων Καρυάτιδων, στη γειτονιά που αγάπησε, την αρχαία. Μία γυναίκα που δεν μπορεί να είναι μία κοινή θνητή, δεν γίνεται. Μία γυναίκα από το Χιλιομόδι Κορινθίας, που κοιτάει βαθιά στα μάτια, αυστηρή, ντίβα, ευλογημένη.