Enimerotiko.gr
Πολιτισμός

Γιάννης Μηλιώκας: Τα φτωχικά νιάτα, η ξαφνική επιτυχία που δεν άντεξε και τα 17χρόνια μακριά από το τραγούδι

Ο Γιάννης Μηλιώκας είναι τραγουδιστής και μουσικός. Είναι γνωστός στο κοινό από τα τραγούδια του, «Κακοσάλεσι», «Ποιμενικό ροκ», «Γκρέκο μασκαρά», «Ροζ», «Για το καλό μου», τα οποία αν και γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ’80 ακούγονται μέχρι σήμερα και πολλά παραμένουν και επίκαιρα.

Της: Έπη Τρίμη

Ο Γιάννης Μηλιώκας γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1950 στο Ντεπό, στη Θεσσαλονίκη. Γόνος φτωχής τρίτεκνης οικογένειας- ο πατέρας του είναι μηχανουργός- θα χρειαστεί να αλλάξει αρκετές δουλειές μετά το σχολείο. Είναι έτοιμος να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, θα καταλάβει, όμως, νωρίς την κλίση του προς τη μουσική. Κύρια ερεθίσματα το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του, μολονότι αμόρφωτοι και μουσικά απαίδευτοι, είναι λάτρεις της κλασικής μουσικής, αλλά και η ύπαρξη μιας κιθάρας πάντα στο σπίτι που ο μικρός Γιάννης δεν χάνει ευκαιρία να γρατζουνάει συχνά-πυκνά. Μέχρι τη μέρα που ο μικρός Γιάννης μεγαλώνει και ανακοινώνει στον πατέρα του πως θέλει να γίνει μουσικός. Η κιθάρα εκσφενδονίζεται στον τοίχο και γίνεται χίλια κομμάτια.

Τα φτωχικά παιδικά χρόνια και η δουλειά του σερβιτόρου

Η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και έτσι ο ίδιος και τα δύο αδέλφια του δούλευαν από πολύ μικρή ηλικία για να βοηθάνε τους γονείς τους.

Ως πιτσιρικάς, ο Μηλιώκας κέρδιζε το χαρτζιλίκι του κάνοντας τον σερβιτόρο στην ταβέρνα του παππού του, ενώ από τα δώδεκα, αφού είχε τελειώσει το δημοτικό, εργαζόταν στο μηχανουργείο του πατέρα του και φοιτούσε σε νυχτερινό σχολείο. Παράλληλα με τη δουλειά και το σχολείο άρχισε να παίζει κιθάρα, χωρίς όμως να έχει σκοπό να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι.

Η καταξίωση στη μουσική και η αναπάντεχη επιτυχία

Μεγαλώνοντας ο Γιάννης Μηλιώκας δημιούργησε 2-3 δικά του ροκ συγκροτήματα τα οποία διαλύθηκαν.  Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 είχε γράψει αρκετά δικά του τραγούδια και αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα και να δοκιμάσει την τύχη του στη δισκογραφία.

Τα πρώτα του τραγούδια τα έγραψε στη γκαλερί που είχε ανοίξει, όταν έκανε διάλειμμα από τη ζωγραφική

Ο Γιάννης Μηλιώκας είχε πει σχετικά: “Άνοιξα μια γκαλερί όπου παραδόξως εκεί μέσα άρχισα να γράφω τραγούδια. Ζωγράφιζα 6-7 ώρες κάθε μέρα και ένας καλός ζωγράφος μου είχε πει να απομακρύνομαι από το έργο κάθε μία ώρα για να μη χαλάσω τα μάτια μου, οπότε στα διαλείμματα άρχισα να γράφω.

Αυτές είναι ιερές πόρτες της τέχνης, γιατί με οτιδήποτε και αν ασχοληθείς που σε βγάζει από τα καθημερινά δεν υπάρχει περίπτωση να χάσεις αν ανοίξεις μία τέτοια πόρτα. Μόλις ασχολήθηκα με τη ζωγραφική κατάλαβα ότι δεν είχα αντιληφθεί ότι γύρω μου παίζουν χίλια χρώματα και όχι μόνο δεκαέξι. Νόμιζα ότι οι σκιές είναι μόνο γκρι και τίποτα άλλο, ενώ είναι 1100 και οι αποχρώσεις που υπάρχουν σε σκιά. Άρχισα να βλέπω και να απολαμβάνω τον κόσμο γύρω μου με περισσότερη προσοχή και να το χαίρομαι. Ένα πινέλο έπιασα και έμαθα να βλέπω!

Έγινα φωτογράφος για να βλέπω την προοπτική και να καδράρω τους πίνακες και τη ζωή μου. Δεν κάθομαι ποτέ να φάω μπροστά σε ένα τοίχο, αλλά κοιτάω η γωνία που θα επιλέξω να μου δίνει ορατότητα 40-50 μέτρων. Το τραγούδι, η ζωγραφική, η ηθοποιία, η συγγραφή, ο στίχος είναι «θαλασσινά», τα οποία όπως ξέρουμε είναι πανάκριβα και όταν διαλέγω μεταξύ καραβίδας, αστακού, γαρίδας και χτενιών δεν στεναχωριέμαι. Είναι όλα εκπληκτικά, όπως οι στιγμές που μου δίνει το καθένα”.

Όταν ήρθε στην Αθήνα έδωσε κασέτες σε 7 διαφορετικές εταιρίες

Τα τραγούδια του Γιάννη Μηλιώκα είχαν ιδιαίτερους στίχους με αρκετή δόση χιούμορ και οι περισσότερες εταιρίες τα βρήκαν προχωρημένα για την εποχή και προσπάθησαν να κάνουν παρεμβάσεις. Ο Μηλιώκας δεν ήθελε να πειράξει τα τραγούδια του. Η μόνη εταιρία που ενθουσιάστηκε με το υλικό, ήταν η Μίνος, του Μάκη Μάτσα, με την οποία συνεργάστηκε τελικά ο τραγουδιστής.

Ο πρώτος δίσκος είχε τίτλο «εδώ Θεσσαλονίκη» και κυκλοφόρησε το 1985. Τα τραγούδια που ξεχώρισαν ήταν το «Αμπεμπαμπλόμ» και το «Ποιμενικό ροκ». Παρόλο στους υπεύθυνους της εταιρίας άρεσαν τα τραγούδια του Μηλιώκα, δεν ήταν σίγουροι για την επιτυχία.

Ο Μάκης Μάτσας, πίστευε ότι οι πωλήσεις θα κυμανθούν γύρω στις 5.000, ενώ ο τότε παραγωγός της εταιρίας, Ηλίας Μπενέτος, υπολόγιζε 30.000 πωλήσεις. Έτσι οι δύο άντρες έβαλαν στοίχημα. Ο δίσκος πούλησε τελικά 50.000 αντίτυπα και ο παραγωγός, που κέρδισε, απέκτησε ένα καινούριο αυτοκίνητο. Η επιτυχία ήταν αναπάντεχη και δεν σταμάτησε στον πρώτο δίσκο. Ο κόσμος υποδέχτηκε με τον ίδιο ενθουσιασμό και τις επόμενες ηχογραφήσεις του τραγουδιστή. Ο δεύτερος δίσκος είχε τίτλο, «Για το καλό μου» και περιείχε, εκτός από το ομώνυμο τραγούδι, που ακούγεται μέχρι σήμερα και το χιουμοριστικό «Κακοσάλεσι» τις περίφημες «Βουβάλες» που καθιέρωσαν τον Μηλιώκα.

Από τον τρίτο δίσκο ξεχώρισε το ντουέτο «Ροζ» με την Αφροδίτη Μάνου, το οποίο, όπως έχει αναφέρει ο τραγουδιστής σε συνέντευξή του, είναι βιωματικό. «Τα όνειρα μου κόκκινα, τα όνειρα μου άσπρα, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει Ροζ» Τους στίχους τους εμπνεύστηκε όταν επιχείρησε να βάλει μπουγάδα στο σπίτι και έβαλε κατά λάθος μέσα στο πλυντήριο ένα κόκκινο παντελόνι μαζί με άσπρα ρούχα, με αποτέλεσμα να γίνουν όλα ροζ.

Στον ίδιο δίσκο υπήρχε και το «Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και μ@λ@κες», για το οποίο η εταιρεία είχε κάποιες αμφιβολίες λόγω της «εθνικής βρισιάς», που περιείχε, αλλά τελικά το κυκλοφόρησαν. Το τραγούδι, όχι μόνο έκανε επιτυχία τότε, αλλά η έκφραση «δικαιώθηκε» μέσα στο πέρασμα του χρόνου και ο Μηλιώκας έγινε ένας προφητικός καλλιτέχνης.

Η επιτυχία του Μηλιώκα ήταν τόσο απρόσμενη, που ο ίδιος δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί και τελικά αποσύρθηκε για περίπου 17 χρόνια από τα μουσικά δρώμενα.

«Εγώ ήθελα να επικοινωνήσω με πέντε χιλιάδες τρελούς, που η οπτική τους γωνία ήταν περίπου ίδια μ’ αυτήν που είχα εγώ στη ζωή μου. Δεν φανταζόμουν να βρω οκτώ εκατομμύρια να συμφωνούν. «Έφυγα σαν πύραυλος προς τα πάνω. Είχε γίνει σάλος.

Ο κόσμος πριμοδοτούσε την προσπάθειά μου και πάντα έβλεπα τα χρήματα που άφηναν στο ταμείο σαν δίδακτρα για να σπουδάσω κάτι που ήθελα πάντα να κάνω και δεν προλάβαινα. Γι’ αυτό σταμάτησα. Ήθελα να ωριμάσω, να καλλιεργηθώ και να βιώσω καινούργια πράγματα», ανέφερε σε συνέντευξή του.

Εμένα μ’ αρέσει να είμαι ποιητής εκ του ρήματος ποιώ

” Όταν δεν πεινάσεις δεν δικαιούσαι να γράψεις πώς είναι η πείνα. Όταν δεν διψάσεις, δεν δικαιούσαι να γράφεις από το Κολωνάκι πώς είναι ο διψασμένος στη Σαχάρα. Αυτά τα κάνουν εκείνοι που μας φέραν σ’ αυτήν την κατάσταση. Ο γνήσιος καλλιτέχνης δεν μπορεί να λέει ψέματα ότι έζησε πράγματα από το γραφείο του και από την περιουσία της πλούσιας γυναίκας του. Έπρεπε λοιπόν να βιώσω, να δω πώς βιώνουν οι φίλοι μου και οι συμπολίτες μου και τώρα ναι… είμαι πανέτοιμος να τοποθετηθώ”, είχε πει ο Γιάννης Μηλιώκας.

Η ιστορία του τραγουδιού «Για το καλό μου»

Η ιστορία του τραγουδιού «Για το καλό μου», της μεγαλύτερης επιτυχίας του Γιάννη Μηλιώκα. Γραμμένο το 1985, συνεχίζει να συγκινεί και σήμερα πολλούς, με εκατομμύρια views στο youtube, ζητούμενο (και καταχειροκροτούμενο) πάντα σε όλες τις εμφανίσεις του καλλιτέχνη.

Ένα τραγούδι που αντιδρά στις συμβουλές που δίδονται «για το καλό σου», αλλά οδηγούν σε μια πειθαρχημένη διαβίωση στην καλύτερη περίπτωση, ή, στην χειρότερη, σε μια ζωή, ευθυγραμμισμένη με τον ρινόκερο του Ιονέσκο. Το τραγούδι αναιρεί τη λεζάντα «για το καλό σου» μας λέει ο Γιάννης Μηλιώκας. Ο κρυμμένος «σουγιάς» που έχει τώρα σαν άμυνα σε όλες αυτές τις συμβουλές, μπορεί να είναι ένα «άντε γεια», ή ένα «It’s my life and i’ll do what i want».

Ο Γιάννης Μηλιώκας είχε πει για το εν λόγω τραγούδι: “Το έγραψα σε πρώτη μορφή, πίσω από ένα πακέτο τσιγάρων, την εποχή που ήμουν στο στούντιο για τον πρώτο μου δίσκο (1985). Το έδειξα στον παραγωγό μου Ηλία Μπενέτο, για να του εξηγήσω το γιατί ήμουνα αγριεμένος, ενώ εκείνη την ημέρα στο στούντιο γράφαμε χαρούμενα τραγούδια… το είδε και μου έφαγε τ αυτιά ένα χρόνο να το τελειώσω. Να είναι καλά ο άνθρωπος… γιατί ένα χρόνο μετά του πήγα τον στίχο και το βάλαμε στον δεύτερο δίσκο.

Ήξερα ότι είναι ένα καλό τραγούδι, δεν φανταζόμουνα όμως ότι θα είχε τέτοια αποδοχή.. χάρηκα που είχε μεγάλη αποδοχή γιατί νόμιζα ότι περιγράφω κάτι πολύ μοναχικό.

Ποτέ ένα τραγούδι μου δεν είναι μόνο αυτοβιογραφικό. Έχω βιώματα δικά μου αλλά βάζω και βιώματα άλλων … όπως έλεγε ο Πλάτων αλίμονο αν μάθουμε μόνο από αυτά που πάθαμε, πρέπει να έχουμε το νου μας να δούμε το τι πάθανε και οι άλλοι… συμβαίνουν τόσα πολλά γύρω μας, δεν είναι αναγκαίο να τα έχουμε πάθει όλα εμείς για να γίνουμε σοφοί… έτσι λοιπόν λίγο να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά βλέπεις ότι υπάρχει πόνος γύρω πολύς.

Εκεί μπαίνει ο χαρακτήρας μου και λέει σας ανέχτηκα μέχρι εδώ «για το καλό μου», εσείς μια ιδέα είπατε, αλλά εγώ παραλίγο να πεθάνω από την ιδέα σας, από τη γνώμη σας για το τι θα μπορούσα να κάνω στη ζωή μου, και είμαι πάρα πολύ καλά προετοιμασμένος γι αυτόν που θα’ρθει ξανά να μου πει κάτι «για το καλό μου», να ρυθμίσει τη ζωή μου «για το καλό μου»… ακύρωσα μέσα μου αυτή τη λεζάντα που υπάρχει «για το καλό σου» … κάποτε ήμουνα εύπιστος και νόμιζα ότι αυτά που μου λέγανε ήτανε πολύ χρήσιμα, πολύ ωφέλιμα, εντελώς ακίνδυνα, και τεκμηριωμένα… κινδύνευσα ακολουθώντας συμβουλές, και όταν πήγαινα μετά να ζητήσω εξηγήσεις από αυτούς που μου τις έδιναν, μου λέγανε «καλά εμείς μια κουβέντα είπαμε…

Ο Γιάννης Μηλιώκας τα τελευταία χρόνια έχει επανέλθει και πραγματοποιεί ζωντανές εμφανίσεις με επιτυχία προς τέρψη δική μας!