Enimerotiko.gr
Πολιτισμός

Γρηγόρης Μπιθικώτσης: Ο υδραυλικός που έγινε τραγουδιστής, η εξορία και το προφητικό τραγούδι για το τέλος του

Ο Σερ Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε γεννηθεί στις 11 Δεκεμβρίου 1922, σε φτωχογειτονιά του Περιστερίου.Ήταν ο λαϊκός τραγουδιστής που αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες και συνέδεσε τη φωνή του με ιδιαίτερα σημαντικές στιγμές της νεότερης ελληνικής μουσικής ιστορίας.

Γράφει η Έπη Τρίμη

Ο Μπιθικώτσης υπηρέτησε πιστά περισσότερες από πέντε δεκαετίες το ελληνικό τραγούδι και υπήρξε ένας καταξιωμένος λαϊκός τραγουδιστής και συνθέτης, που ευτύχησε να ερμηνεύσει τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Γιώργου Μητσάκη, του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Άκη Πάνου.

Τα παιδικά χρόνια και το επάγγελμα του υδραυλικού

Ήταν το στερνοπαίδι μιας οκταμελούς φτωχής οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να βγει από πολύ μικρός στη βιοπάλη. Αρχικά δούλευε ως υδραυλικός σε μαγαζί στην πλατεία Βάθης, ωστόσο η αγάπη του για τη μουσική ήταν έμφυτη, με αποτέλεσμα να παίζει κιθάρα από πολύ μικρή ηλικία (7 ετών).

Το 1937, σε ηλικία 15 ετών, το ταλέντο του θα βρει «διέξοδο», όταν πάει να ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν σε ένα μικρο ταβερνάκι λαϊκά τραγούδια υπό τους ήχους του μπουζουκιού. Οι τρεις αυτοί καλλιτέχνες ήταν τα τρία «ιερά τέρατα» του ελληνικού πενταγράμμου εκείνης της εποχής: ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής.

Η γνωριμία με τον Μίκη Θεοδωράκη και η εκτόξευση της καριέρας

Η γνωριμία του Μπιθικώτση με τον Μίκη Θεοδωράκη το 1959, όταν οι δύο άνδρες ήταν εξόριστοι στη Μακρόνησο, και η ερμηνεία του «Επιταφίου» του Γιάννη Ρίτσου έμελλε να χαράξουν νέους δρόμους στο λαϊκό τραγούδι.

Το 1937 ο Μπιθικώτσης είχε ακούσει στην ταβέρνα του Παρλιάρα τους Μάρκο Βαμβακάρη, Μανώλη Χιώτη και Στράτο Παγιουμτζή.

Όπως ο ίδιος αφηγούνταν, η συνάντησή του με τον πρώτον ήταν αυτή που πάντα τον συγκινούσε, επειδή άλλαξε τη σχέση του με τη μουσική.

«Υπεράνω όλων ο Μάρκος Βαμβακάρης» έλεγε συχνά.

Ο Μπιθικώτσης έφθασε στο απόγειο της δόξας του ερμηνεύοντας ποίηση μελοποιημένη από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Τον «Επιτάφιο» και τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου, το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη.

«Κάθε μέρα» έλεγε, «μου αρέσει να σιγοτραγουδώ Ελύτη, Γκάτσο, Σεφέρη, Χριστοδούλου, Λειβαδίτη. Τα λόγια τους με αγγίζουν και με συγκινούν».

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης συνέθεσε περισσότερα από 80 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες.

Σημαντική στιγμή στη σπουδαία καριέρα του ήταν και η συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ αξιοσημείωτη υπήρξε η ερμηνεία του σε μουσικούς δίσκους του συνθέτη, όπως «Της γης το χρυσάφι» και η «Επιστροφή».

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Δήμος Μούτσης, ερμηνεύοντας αξέχαστα τραγούδια σε ποίηση του Νίκου Γκάτσου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και άλλων.

Ο Δημήτρης Ψαθάς, σε ένα χρονογράφημά του για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη στήλη του στην εφημερίδα «Τα Νέα», τον χαρακτήρισε «σερ Μπιθί», κι αυτός ήταν ένας τίτλος που έμελλε να τον συνοδεύσει σε ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία του.

Την εποχή που τραγουδούσε στα λαϊκά κέντρα ο Μπιθικώτσης, τον άκουγαν όλα τα μεγάλα ονόματα του διεθνούς τζετ σετ που επισκέπτονταν τη χώρα μας, μεταξύ άλλων ο Αλέν Ντελόν και η Σοράγια, αλλά και ο Αριστοτέλης Ωνάσης.

Ο μουσικολόγος Κώστας Μυλωνάς τον χαρακτήρισε ως τον τραγουδιστή «που χάρισε στο ελληνικό τραγούδι τις συγκλονιστικότερες στιγμές του».

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε τιμηθεί με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, καθώς και με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών.

Τιμώντας το λαϊκό τραγουδιστή, ο αείμνηστος Κωστής Στεφανόπουλος είχε δηλώσει ότι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι «ένας σπουδαίος μουσικός που εξέφρασε τη δυστυχία και την ευτυχία, τον πόνο και τα βάσανα του ελληνικού λαού».

Το πρώτο τραγούδι και η βραδιά που τον σημάδεψε

Εκεί, στη Μακρόνησο, θα γράψει και το πρώτο του τραγούδι, τον Νοέμβριο του 1947, «Το καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη, το οποίο θα πρωτοτραγουδήσει ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Πώς όμως έγινε τραγουδιστής, από μπουζουκτσής και συνθέτης; Όπως είχε πει ο ίδιος (απόσπασμα από το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007, εκείνο τον καιρό δουλεύω στη «Ζούγκλα». Μπουζούκι εγώ, κιθάρα ο Γιάννης Παπαδόπουλος, που ήτανε και ο τραγουδιστής μας. Τρελά ερωτευμένος τότε ο Παπαδόπουλος με την Πόλυ Πάνου! Καλός τραγουδιστής της εποχής ο Γιάννης. Να τον λέγαμε σήμερα σαν ποιον; Ο Πασχάλης, ας πούμε. Ο Γιάννης, λοιπόν, είχε γράψει ένα τραγούδι, τα λόγια, για την Πόλυ Πάνου. Το «Τρελοκόριτσο». Μου λέει: «Μπορείς να γράψεις μουσική σ’ αυτό;». Παίρνω τα λόγια κι αρχίζω να γράφω. Το αφεντικό, ο Καρλής, που έφτιαχνε στραγάλια για το βράδυ, τηγάνι, λαδάκι, νερό, για μεζέ για το πίπερμαν , μ΄ακούει που τραγουδάω το «Τρελοκόριτσο», καθώς το γράφω και μου λέει: «Εσύ θα το πεις το τραγούδι! Απόψε!». «Τρελάθηκες;», του λέω. «Εμένα μου ‘χουνε πει να μη μιλάω. να μη βγάζω άχνα». «Εγώ τι σου λέω!».

Και τραγουδάω το «Τρελοκόριτσο» και η μαγκιά από κάτω χαζεύει! Η Πόλυ μάζευε «παραγγελιές». Μες στο ίδιο βράδυ, είκοσι παραγγελιές για το «Τρελοκόριτσο», δύο για τα άλλα τραγούδια. Σκοτωμός! Ζεϊμπέκικο στο ζεϊμπέκικο. Ο ένας μετά τον άλλον -ξέρεις. Γιατί, άμα σηκωνόταν και δεύτερος, γινόταν μακελειό. Αυτό κάθε βράδυ. Και μεγαλώνει και το πάλκο. Εγώ, ο Γιάννης ο Κυριαζής, ο Παπαδόπουλος και ο Χειμώνας. Μου λέει ο Παπαδόπουλος. «Ποιος λες να το τραγουδήσει στο δίσκο;». «Να το δώσουμε στον Καζαντζίδη;», ρωτάω. «Όχι. Καλύτερα να το δώσουμε στον Τσαουσάκη. Είναι πιο λαϊκός…» Αλλά το τραγούδι είχε γίνει σουξέ μ’ εμένα!

Το βλέπει ο Παπαδόπουλος που είχε και εκπομπή στο ράδιο, όπως είχε και ο Τσιτσάνης με τη Νίνου, ο Μητσάκης με τη Χρυσάφη, ο Παπαϊωάννου κ.α. και μου λέει: «Την Κυριακή θα γράψουμε οι δυό μας. Παπαδόπουλος – Μπιθικώτσης!» Πήραμε και την Πόλυ, που ο Γιάννης της είχε δώσει το τραγούδι «Πήρα τη στράτα την κακιά» με λόγια του Τσάντα, και βγαίνουμε και στο ράδιο. Πάω την άλλη μέρα στο Μηλιόπουλο και του λέω για το «Τρελοκόριτσο». Δε μου απαντάει. Στέλνει, όμως, το βράδυ στη «Ζούγκλα» μία γραμματέα του και ακούει το τραγούδι. Το κορίτσι παλαβώνει! Το λέει στο Μηλιόπουλο. Κι αυτός με ειδοποιεί να πάω στην εταιρία. Πάω. Είναι εκεί, όμως, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου και ο Χιώτης. Μόλις βλέπω αυτούς τους τρεις, λέω στο Μηλιόπουλο: «Δε θα τραγουδήσω, κύριε Μηλιόπουλε. Δε μπορώ με αυτούς τους τρεις μπροστά. Παθαίνω τρακ.». «Γράψ’ τους στ’ αρ… σου και μπες στο στούντιο και πες το!» Μπαίνω, το λέω μια κι έξω και σκίζω, γιατί παίξαμε όπως στο κέντρο. Έτσι έγινα τραγουδιστής.


Το τέλος του  Μπιθικώτση

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, που είχε αποκτήσει μία κόρη, την ΄Άννα, και ένα γιο, τον Γρηγόρη, επίσης τραγουδιστή, έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου 2005.

Στο τραγούδι «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» ακούγεται το εξής: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα / να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω / Το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο / όπως τα όνειρα που έκανα παιδί / το άλλο τ’ άλογο να είναι μαύρο / σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή». Αυτό έγινε πραγματικότητα προς τιμήν του στην κηδεία του, καθώς έξω από το ναό που ψαλλόταν η νεκρώσιμη ακολουθία βρισκόταν μια άμαξα με ένα άσπρο και ένα μαύρο άλογο, που τον συνόδευσε και στην τελευταία του κατοικία.

Όταν κάποτε ρωτήθηκε γιατί επέλεξε να δώσει στον γιο του το ίδιο όνομα με εκείνον, απάντησε: «Γιατί όταν μια μέρα πεθάνω, θα ήθελα να επιστρέψει μετά την κηδεία στο σπίτι ένας Γρηγόρης Μπιθικώτσης».

Τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του είχε ερωτηθεί σε μια συνέντευξή του για το αν φοβάται τον θάνατο: «Όχι, είναι νόμος. Σήμερα που μιλάμε, πιστεύω ότι η ζωή μας είναι σαν μαραμένο φύλλο από δέντρο, που το παίρνει ο αέρας και το πάει τσάρκες. Αυτή είναι η τσάρκα της ζωής. Τόσο λίγο κρατάει στο διάστημα των αιώνων και των εκατομμυρίων χρόνων».

Ο γιος τού «Σερ», Γρηγόρης Μπιθικώτσης, επίσης τραγουδιστής, έδωσε στον γιο του το όνομα του παππού του.