Enimerotiko.gr
Πολιτισμός

Ρίτα Σακελλαρίου: Η πολυτάραχη ζωή της λαϊκής ντίβας, η ανεκπλήρωτη επιθυμία και το άδοξο τέλος

Ρίτα Σακελλαρίου

Ρίτα Σακελλαρίου η ιστορία της γνωστής λαϊκής τραγουδίστριας που αγαπήθηκε από πολλούς, από απλούς πολίτες μέχρι και πολιτικούς. Οι γονείς της Ρίτας Σακελλαρίου γνωρίζονται στην Κάλυμνο. Εκεί όπου είχε καταφύγει η οικογένεια της μητέρας της, που ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη.

Παντρεύονται και μεταβαίνουν στην Κρήτη, στη Σητεία, τον τόπο όπου γεννιέται η κόρη τους το 1934. Της δίνουν το όνομα «Μαργαρίτα», δηλαδή το όνομα της γιαγιάς της απ’ τη μεριά του πατέρα της.

Λίγο αργότερα γεννιούνται και τα άλλα δυο αδέρφια της, ένα αγόρι, ο Βασίλης, κι ακόμη ένα κορίτσι. Μια δεκαετία μετά βρίσκεται με την οικογένειά της στα Ταμπούρια του Κερατσινίου. Στον Πειραιά, ένα μέρος όμορο με τη Δραπετσώνα. Γειτονιές που παρήγαν μαζικά λαϊκούς τραγουδιστές και ρεμπέτες.

Ο κομμουνιστής πατέρας της, τσαγκάρης στο επάγγελμα, κατά τον Εμφύλιο που ακολούθησε την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα μπαίνει στο στόχαστρο της αστυνομίας και χάνει τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα.

Πολλά χρόνια μετά η Ρίτα θα εκφράσει την πικρία της γι’ αυτούς που είχαν ωφεληθεί από τον αλτρουιστή πατέρα της εκείνη τη μαύρη περίοδο. Και δεν έδωσαν ένα πιάτο φαΐ στα τρία ορφανά που άφησε πίσω του.

Ο πρώτος γάμος σε ηλικία 14 ετών

Βρίσκει διέξοδο στον γάμο, σε ηλικία μόλις 14 ετών, και φέρνει στον κόσμο τα δυο της παιδιά, μεγαλώνοντας μαζί τους κι εκείνη. Χωρίζει νωρίς-νωρίς απ’ αυτό τον κατ’ ανάγκη πρώτο γάμο.

Τα παιδιά μένουν κοντά στον πατέρα τους κι αυτή, για να τα φέρει βόλτα, εργάζεται σκληρά: στο καπνεργοστάσιο του Παπαστράτου, στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας και στη χωματερή του Σχιστού.

Η Ρίτα, ούσα παιδί και μητέρα ταυτόχρονα, φανερώνει την κλίση της στο τραγούδι. Τη γοητεύουν οι φωνές όλων εκείνων των μεγάλων ερμηνευτών στους οποίους χρωστάμε την έκρηξη του λαϊκού τραγουδιού ‒ μετεξέλιξη του ρεμπέτικου.

Ο πρώτος που ανακαλύπτει το ταλέντο της είναι ο Στέλιος Χρυσίνης, ο τυφλός μαέστρος, που το ίδιο διάστημα ανακαλύπτει και τον 20χρονο Στέλιο Καζαντζίδη. Τη βρίσκει να τραγουδάει στον παραλιακό Μύλο στο Πέραμα.

Ο Χρυσίνης είναι αυτός που τη γυρνάει στις εταιρείες με σκοπό να της φτιάξει το δικό της ρεπερτόριο. Τελικά τη στέλνει στο περίφημο Φαληρικόν στις Τζιτζιφιές για να συνεργαστεί με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Η Ρίτα θα μείνει επί σειρά ετών στο πλάι αυτών των δύο δημιουργών. Ααναλαμβάνοντας τις δεύτερες φωνές, χωρίς να έχει ακόμα προσωπική δισκογραφία.

Η εμφάνιση σε κινηματογραφικές ταινίες

Η Ρίτα τότε είναι μια ευτραφής, όμορφη κοπέλα, με τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά συνήθως. Καθώς η δεκαετία του 1960 προχωράει, τη βλέπουμε να εμφανίζεται σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες της εποχής. Κυρίως δίπλα στον Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση.

Το κομμάτι «Κάθε ηλιοβασίλεμα» που της έγραψε το δίδυμο Γιώργος Μανισαλής – Κώστας Ψυχογιός γίνεται μεγάλη επιτυχία της χρονιάς του 1970. Και δίνει τον τίτλο στον πρώτο της προσωπικό δίσκο. Από το οπισθόφυλλο, λοιπόν, του άλμπουμ «Ρίτα Σακελλαρίου – Κάθε ηλιοβασίλεμα» (Polygram, 1970).

Την πρώτη πραγματικά τεράστια επιτυχία της η Ρίτα την έκανε τρία χρόνια μετά με το «Ιστορία μου, αμαρτία μου», πάλι των Μανισαλή – Ψυχογιού. Ο τρίτος της προσωπικός δίσκος με τον τίτλο «Ιστορία μου…» κυκλοφόρησε τέλη του 1972. Και σάρωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη την αμέσως επόμενη χρονιά.

Στο μεταξύ, η Ρίτα είχε κάνει ήδη τον δεύτερο γάμο της με τον παλαιστή Στέφανο Σιδηρόπουλο, γνωστό στην πάλη με το παρατσούκλι ”Λευκός Άγγελος”. Τον συγκεκριμένο τον γνώρισε το 1969 στη Θεσσαλονίκη. Τον παντρεύτηκε ύστερα από έναν χρόνο. Αρκετά νεότερός της, εκείνη στα 35 κι εκείνος στα 22 του. Απολυμένος μόλις από τις τάξεις του στρατού, ένα εντυπωσιακό αγόρι. Απ’ ό,τι λέγεται, ώθησε μέχρι και τον Τσιτσάνη, το πειραχτήρι, να κάνει νόημα στη Ρίτα απάνω στο πάλκο για να τον δει την ώρα που έμπαινε στο μαγαζί. Της ζήτησε αμέσως μετά να πάει από το τραπέζι του για να του κάνει παρέα, μόνο που η τραγουδίστρια δεν πτοήθηκε!

Το Κουίν Αν που έγραψε ιστορία στη νύχτα της Αθήνας

Με τον Σιδηρόπουλο η Ρίτα  ένωσε τη ζωή της, έφερε στον κόσμο ακόμα τρία αγόρια, τον αγαπημένο της Σάββα, το «γούρι» της, εν έτει 1971, τον Μανώλη και τον Αλέξη. Αλλά άνοιξε και μαγαζί στην Εθνική Οδό, το περιβόητο «Κουίν Αν», που τελικά έγραψε ιστορία στη νύχτα της Αθήνας.

Λέγεται πως για να φτιαχτεί αυτό το μαγαζί, μια και η Ρίτα ακόμη δεν είχε γίνει πρώτο όνομα. Περνούσαν οικονομικά ζόρια με τον δεύτερο άντρα της. Δανείστηκε από την αδερφή της και από έναν… αναβάτη του Ιπποδρόμου! Από το Κουίν Αν πέρασε πλήθος κοσμικών. Από τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Σπύρο Άγκνιου, μέχρι τη Μελίνα Μερκούρη και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο τελευταίος, λίγα χρόνια μετά, θα ξεχώριζε ένα άλλο σουξέ της, το τραγούδι «Αυτός ο άνθρωπος». Και θα την καλούσε στο Καστρί για να του το τραγουδάει προσωπικά κάθε χρόνο στη γιορτή του. Τη χρονική περίοδο της παντοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ.

Ο γάμος της Σακελλαρίου με τον Σιδηρόπουλο διήρκεσε μία επταετία περίπου, όσο επικράτησε και το Κουίν Αν στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης. Ήταν ένα διάστημα έντονων προστριβών μεταξύ τους, με μόνη λύση το διαζύγιο.

Μετά απ’ αυτήν τη δύσκολη φάση στα προσωπικά της, η Ρίτα έδειξε να εγκαταλείπει τον εαυτό της. Είχε παχύνει αρκετά από τις γέννες με αποτέλεσμα να ντρέπεται να εμφανιστεί μπροστά σε κοινό. Το 1977 εμφανίζεται στη ζωή της ο στιχουργός Δημήτρης Ιατρόπουλος. Τα φτιάχνουν. Μάλιστα, όπως αποκάλυψε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό της ο πιστός βοηθός της Λάκης Κορρές, ο αρραβώνας της με τον Ιατρόπουλο κρατήθηκε κρυφός. Σύντομα η Ρίτα ξαναπαίρνει τα πάνω της.

Ρίτα Σακελλαρίου και Τάκης Μουσαφίρης

Γνωρίζεται με τον λαϊκό σουξεδοποιό Τάκη Μουσαφίρη, ο οποίος είναι για την καριέρα της ό,τι ήταν το δίδυμο των Μανισαλή – Ψυχογιού την προηγούμενη δεκαετία. Κάνουν τον δίσκο «Είναι αλήθεια» (Polydor, 1977), για ν’ ακολουθήσουν άλλα δύο άλμπουμ με τίτλο το όνομά της τις χρονιές 1979 και 1980.

Μεγάλα σουξέ ξεπηδούν από τη συνεργασία της με τον Μουσαφίρη: «Μια ζωή πληρώνω», «Ένας άνδρας κλαίει», «Ένα τραγούδι πες μου ακόμα», «Αυτός ο άνθρωπος». Παροιμιώδες έχει μείνει αυτό που της είχε πει ο Μουσαφίρης αυτοπροσώπως: «Είσαι σαράντα γυναίκες μαζί όταν πατάς πάνω στην πίστα…». Τη μεγάλη στροφή στην πορεία της, αλλά και στην εμφάνισή της, η Ρίτα την κάνει στη συνεργασία της με την ποπ σταρ Άννα Βίσση στη Νεράιδα.

Στη Νεράιδα, λοιπόν, η Ρίτα, αδυνατισμένη και ξανθιά πλέον, συναντά τον συνθέτη Νίκο Καρβέλα. Σύντροφο της Βίσση στη ζωή και στη μουσική, ο οποίος της δηλώνει την εκτίμησή του και της ζητάει συνεργασία. Ένα πρώτο τραγούδι που της δίνει ο δαιμόνιος Καρβέλας ν’ ακούσει, γραμμένο για τη φωνή της, είναι το, ομολογουμένως αριστουργηματικό, «Σώσε με».

Ο δίσκος «Αρέσω» (Polydor, 1986), εκτός από το «Σώσε με», περιείχε το ομότιτλο κομμάτι, που έγινε μεγάλο σουξέ, αλλά και το διαβόητο «Είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα». Σύμφωνα με τις κακές γλώσσες της εποχής, αρχικά η Ρίτα πίστεψε πως το να έλεγε αυτό το άσμα ισοδυναμούσε με μια συντονισμένη απόπειρα… ρεζιλέματός της. Γι’ αυτό και δεν χώραγε ο νους της την απήχηση που σημείωσε τελικά.

Η φιλία με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο

Πολύ γρήγορα η Ρίτα Σακελλαρίου των ’80s χτίζει ένα καινούργιο μύθο που τη διαφοροποιεί από τις άλλες τραγουδίστριες της γενιάς της. Βασισμένη εξ ολοκλήρου σε τραγούδια-σλόγκαν του τύπου «Οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες» ή «Αυτός ο έρωτας, αυτό τ’ αγόρι», κατακτά εκ νέου το πανελλήνιο μέσα από τα ραδιόφωνα και την τηλεόραση.

Τα δε περιοδικά δεν χάνουν ευκαιρία να προβάλλουν ανά πάσα στιγμή την προσωπική φιλική σχέση της με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλά και με τον τέως υπουργό Ευάγγελο Γιαννόπουλο.

Αρχές των ’90s φωτογραφίζεται ως ημίγυμνη αναδυόμενη Αφροδίτη από πισίνα για λογαριασμό lifestyle περιοδικού. Συνεχίζει να διαπρέπει με ρυθμικά καψουροτράγουδα σαν το «Αγαπάτε – Αγαπάτε» ή το «Η Ελλάδα όλη θέλει». Μα, είναι ειλικρινής! Όχι μόνο εκείνη αλλά και όσοι της γράφουν τραγούδια!

Το 1993 δηλώνει το ανεπανάληπτο «Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» που της δίνουν ο συνθέτης Νίκος Τερζής και ο στιχουργός Γιώργος Παυριανός.

«Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο»

Το 1993 δηλώνει το ανεπανάληπτο «Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» που της δίνουν ο συνθέτης Νίκος Τερζής και ο στιχουργός Γιώργος Παυριανός. Είναι Ιανουάριος του 1992, έχει βγει ο δίσκος του Σάκη Ρουβά με το «Πάρ’ τα!» και το «Χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο…» και η Ρίτα, που έχει δει τις φωτογραφίες του Σάκη και έχει εντυπωσιαστεί.

Έχοντας ζηλέψει την επιτυχία του νεαρού Σάκη και ξέροντας ότι τους στίχους των τραγουδιών του είχε γράψει ο Γιώργος Παυριανός, κάλεσε ένα βράδυ σπίτι της τον στιχουργό και τον παραγωγό της, τον Νίκο Καραγιάννη, για να μιλήσουν επί του θέματος. Από τον Καραγιάννη έμαθε και για το αφιέρωμα στον Πολυκανδριώτη στο Μέγαρο Μουσικής, που έκανε τα πρώτα του ανοίγματα στη λαϊκή μουσική.

«Εμένα δεν μπορεί να με καλέσει το Μέγαρο για μια συναυλία;» λέει η Ρίτα με παράπονο, για να συμπληρώσει μετά: «Δεν έχω εγώ ανάγκη αγοράκι μου» (στον Παυριανό). «Γι’ αυτούς το λέω. Άμα έκανα εγώ συναυλία θα το γέμιζα. Θα τους έφερνα κόσμο. Αλλιώς χέστηκα εγώ για το Μέγαρο». Και η συζήτηση συνεχίστηκε περί ανέμων και υδάτων πριν έρθει και στο θέμα Ρουβά, που η ντίβα χαρακτήρισε «κούκλο», «παίδαρο» κλπ. Δεν άργησε να εκφράσει ανοιχτά και την επιθυμία της. «Ωραία τραγούδια του έγραψες» είπε στον Παυριανό. «Να μου γράψεις ένα να το πούμε μαζί. Εγώ κι αυτός ο παίδαρος θα κάνουμε μεγάλο σουξέ».

Άλλοι πάλι λένε πως ο «παίδαρος» του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν ήταν ο Ρουβάς αλλά ο ηθοποιός Κώστας Ευριπιώτης, ένας ακόμη έρωτας της Ρίτας Σακελαρίου. Ή μπορεί να έγινε εκ των υστέρων, αφού, όταν ο ίδιος δούλεψε δίπλα της ως τραγουδιστής στη Θεσσαλονίκη, εκείνη δεν παρέλειπε κάθε βράδυ να του αφιερώνει το τελευταίο σουξέ της μπροστά σε 1.500 άτομα!

Όσο για το πώς αισθανόταν όταν η Ρίτα του αφιέρωνε το σουξέ, ο ηθοποιός έχει πει:

«Ξεχωριστή χαρά. Και η πιο ξεχωριστή ήταν η δήλωση της “μεγάλης κυρίας” του λαϊκού τραγουδιού όταν τη ρώτησαν σε μια συνέντευξη: “Μα είναι δυνατόν ο Ευριπιώτης να είναι παίδαρος; Γιατί γι’ αυτόν δεν μιλάμε; Γιατί παίδαροι είναι οι “τετράγωνοι έτσι δεν είναι;”. Και τους απάντησε: “Ο Ευριπιώτης είναι παίδαρος στην ψυχή!”.

Δύο ακόμη άλμπουμ μετά το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο» πρόλαβε να ολοκληρώσει η Ρίτα, το «Και ξανά ερωτευμένη» (Polydor, 1995) και το «Να κρατάμε επαφή» (Polydor, 1997).

Τον Αύγουστο του 1998 ένας πόνος στην πλάτη που περνιέται για ψύξη τη στέλνει για εξετάσεις στο «Υγεία» κι εκεί διαπιστώνεται ο καρκίνος. Ξεκινά αμέσως χημειοθεραπείες, έχοντας πάντα δίπλα της τον επί 20 χρόνια φίλο και οικονόμο της Λάκη Κορρέ.

Χάνει τα μαλλιά της. Δεν το βάζει κάτω και τους πρώτους μήνες του 1999 φοράει περούκα και αναχωρεί για περιοδεία στη μακρινή Αυστραλία, έχοντας μαζί της τον Γιάννη Ντουνιά και τον Θανάση Κομνηνό.

Η τελευταία επιθυμία της Ρίτας έμεινε ανεκπλήρωτη…

Ενώ ήταν στην Αυστραλία ο καρκίνος είχε ήδη κάνει μετάσταση στις φωνητικές χορδές. Η Ρίτα Σακελλαρίου είχε δώσει μόλις τρεις από τις προγραμματισμένες συναυλίες και επέστρεψε εσπευσμένα στην Αθήνα.

Με τον γυρισμό της από την Αυστραλία μπαίνει στο νοσοκομείο και ουσιαστικά δεν θα ξαναβγεί ποτέ. Λίγα 24ωρα μόνο έξω και πάλι μέσα, αφού ο καρκίνος από το πάγκρεας είχε κάνει καθολική μετάσταση.

Λίγες μέρες μετά, στις 6 Αυγούστου 1999, άφηνε την τελευταία της πνοή. Πριν πεθάνει πήρε τηλέφωνο τον πρώτο της άντρα, ο οποίος επίσης έπασχε από καρκίνο, λέγοντάς του «ή θα με πάρεις μαζί σου, ή θα σε πάρω μαζί μου» – κάτι που αποδείχτηκε προφητικό. Η Ρίτα Σακελαρίου έσβησε με 18 μέρες διαφορά από τον άνθρωπο που αγάπησε βαθιά.

Η Ρίτα Σακελλαρίου πεθαίνει στις 6 Αυγούστου του 1999 σε ηλικία 64 ετών και ο θάνατός της ήταν ένα σοκ για το πανελλήνιο, αφού η αρρώστια είχε κοινοποιηθεί μόνο λίγες εβδομάδες πριν από την κατάληξη.

Τους δύσκολους αυτούς μήνες που η Ρίτα Σακελλαρίου πάλευε με τον καρκίνο και τις τελευταίες μέρες της ζωής της, περιγράφει ο «φύλακας άγγελος» της, ο Λάκης Κορρές.

«Τον Αύγουστο του 1998 κάναμε ολιγοήμερες διακοπές στην Επίδαυρο κι έτσι όπως σκύβει η Ρίτα στο μπάνιο, από τους φρικτούς πόνους μένει εκεί που είναι. Πάμε άρον άρον στο Υγεία και όταν το βρήκανε δεν έπαιρνε τίποτα. Είχε καρκίνο στον πνεύμονα. Έναν χρόνο ζωής τής είχαν δώσει οι γιατροί, έναν χρόνο έζησε. Είχε προλάβει να κάνει και μετάσταση στα κόκαλα. Ούτε χειρουργείο δεν έπαιρνε. Ε, από κει και πέρα γέμισε ολόκληρη. Επιθετικός μεταστατικός. Πέρασε μεγάλες ταλαιπωρίες με χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες…».

Και συνεχίζει: «Όταν έπεσαν τα μαλλιά της, εκεί πέθανε η Ρίτα Σακελλαρίου! Όταν ήμασταν στο νοσοκομείο, μου έλεγε να την χτενίσω. Την χτένιζα και πήγαινα πίσω από την πλάτη της και έπαιρνα τα μαλλιά που έπεφταν και τα έβαζα στην τσέπη μου. Τότε μου είπε: «Έλα, έλα τα βλέπω. Ξέρω τι κάνεις. Θα πέσουν όλα τώρα». Πήγα και της έφτιαξα μια ωραία περούκα από φυσική τρίχα. Δεκαεπτά χρόνια έχουν περάσει κι από προχτές γυρίζω ξανά στο τελευταίο τριήμερο προτού πεθάνει στο νοσοκομείο, όταν είχε πια καταλάβει. Είχε καταλάβει γιατί πλέον της είχαν κάνει παροχέτευση. Δεν έτρωγε. Η γιατρός της μου είπε να ξεκουραστώ, γιατί με περίμενε δύσκολο Σαββατοκύριακο. Ε, την Παρασκευή, στις 6 το απόγευμα, έφυγε…».